Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

σύγκαλα (τα)

καλή, φυσιολογική κατάσταση “Έλα στα σύγκαλά σου, χριστιανέ μου …” = λογικέψου, ξενευρίασε, ησύχασε.

σύγκαμα (το) και συγκαίομαι

ο ερεθισμός του δέρματος από τον ιδρώτα ή τα ούρα. Σε συνταγή λαϊκογιατρού βλέπομε: “Δια το σύγκαμα του εφεδρώνος καλύτερον δεν είναι παρά να αλειφθή με το ξυγκοκέρι”. Το ρήμα = συγκαίομαι (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 231). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σύγκαμα /τὸ/ (σὺν-καίω) . . . Περισσότερα

συγκάνω

ταιριάζω, μονιάζω. Για τα παιδιά που μαλώνουν μεταξύ τους λέμε: “Δεν συγκάνουν, όλο τρώγονται”. Γενικά η λέξη χρησιμοποιείται για κείνους που δεν μπορούν να συνεργαστούν, που δεν τα πάνε καλά.

σύγκολα

Σύγκολα (σύγκωλος, σὺν-κολλάω -ῶ) =  ἐν συνεχείᾳ, κατ’ ἐπαφήν, συνεχομένως.

σύγξυλος -η -ο

Σύγξυλος -η -ο (σὺν-ξῦλον) = ὁ μετὰ τοῦ ἐφολκίου ἀπολλύμενος, ὁ βυθιζόμενος μαζὺ μὲ τὴν βάρκαν.

συγύρια (τα)

τα πράγματα που χρησιμοποιεί μια οικογένεια στο σπίτι ή και έξω απ΄ αυτό. Τα συγύρια τα λένε και ειδίσματα (ως πληθυντικός του “είδος”). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)γύρια /τὰ/ (σὺν-γυρόω -ῶ) = εἴδη οἰκιακῆς χρήσεως καὶ εὐθετήσεως, ἐφόδια, χρειαζούμενα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Συγύρια, τα: . . . Περισσότερα

συγυρίζω -ομαι και συγυράω

τακτοποιώ , ετοιμάζω το σπίτι, το γραφείο κ.λπ. Ετοιμάζομαι, βάνω τα καλά μου για επίσκεψη. “Ακόμα δε συγυρίστηκες;” – “Συγυρίσου κι έλα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)γυράω -ίζω (σὺν-γυρόω -ῶ) = εὐθετῶ, τακτοποιῶ, εὐπρεπίζω, περιποιοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    παλαιότερα ήταν γνωστή  η φράση . . . Περισσότερα

συδαύλι

Σ(υ)δαῦλι / τὸ/ (σὺν-δαυλίζω) = ξῦλον κυλινδρικὸν διὰ τοῦ ὁποίου συδαυλίζεται ἡ πυρά, δαυλὸς ἀναμμένος κατὰ τὸ ἄκρον.

συδαυλίζω και συδαυλάω

ανακατεύω τη φωτιά στο τζάκι, της βάνω κι άλλα ξύλα. Το συδαύλισμα γινόταν με σιδερένια βέργα ή γερό ξύλο το λεγόμενο συδαύλι και το ξάναμμα γινόταν με τη φυσούνα = κούφιο στέλεχος καλαμιού με το οποίο φυσούσαν και ξανάβαν τα κάρβουνα. Δημ. σατ. τραγούδι: “Ψείρα ζύμωνε κοντή / κονίδα κοσκινάει . . . Περισσότερα

σύθαμπα -ο

Σύθαμπα -ο (σὺν-θάμβος) = τὸ λυκόφως, τὸ ἑσπέρας, τὸ σούρουπο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Σύθαμπα, (πρὸ τοῦ λυκαυγοῦς). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

σύμπασμα

Σύμπασμα /τὸ/ (συνεμβαίνω) = ἑσπερινὴ ἐπιστροφή, ὁμαδικὴ εἴσοδος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τὸ σύμπασμα (ὅταν τὰ ζῶα ἐπιστρέφωσιν εἰς τὰς φάτνας των). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

συμπλιάζω

συνορεύω με κάποιον. Το ρήμα, παλαιό, συναντάται και σε συμβόλαια. Σε προικοσ. του 1728, (Vadimoniali del 7 Aprile 1728,  Νο 74 -Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βλέπομε:  “… ακόμα χωράφι ηντζήρκα τεταρτίων δέκα, έχει και μια ελιά μέσα, συμπλιάζει ο κυρ Ζαφείρης Μαρίνος περ πουνέντε και περ λεβάντε ο αυτός”.

συμπλιαστής (ο)

ο συνορίτης. Σε κτγρφ. περιουσίας (Vadimonio 1718, No 3 – Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: “σπήτι στην αμαξυκήν, εις την σκουντράδαν (=συνοικία) του αγ. δημητρίου … συμπλιασταί περ μαΐστρο σπήτι, ληγάτον της θυγατρός του, περ σορόκω, τράτα κοινή …”.

σύμπλιο

σύνορο, γειτονεύον βλ. συμπλιάζω και συμπλιαστής Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη  

συμπράγκαλο (το)

ευτελές πράγμα του σπιτιού ή εργαλείο, επίσης ευτελές, τεχνίτου. “μάζεψε τα συμπράγκαλά σου και δρόμο …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)μπράγκαλο /τὸ/ (σὺν-Ἰ. bricare) = ἐργαλειοσκευὴ τεχνίτου, ἐργαλεῖον τέχνης, εὐτελὴς ἀποσκευή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συναπισμός (ο)

φαρμακοσκεύασμα για τα κρυολογήματα. Βράζουν λινοκκόκι με νερό πρώτα, ώσπου να γίνει μπλάθρι. Ύστερα κοπανίζουν σιναπόσπορο και με τη σκόνη αυτή πασπαλίζουν το μπλάθρι του λινόσπορου. Αυτό το – θερμό πάντα – μείγμα το απλώνουν κατάσαρκα στην πλάτη του αρρώστου και το σκεπάζουν με μάλλινο πανί. Έτσι δημιουργείται έντονη διαστολή . . . Περισσότερα

συνατοί τους και συναντόι τους

μεταξύ τους “τα κανόνισαν συνατοί τους αυτοί” – “τα λέμε συνατοί μας” Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι 974: “… που κατεβαίνουνε τα βράδυα / με γέλια συνατές τους τρίσβαθα / και αγαλινά …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Συναντόϊ τους = συναμεταξύ τους. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας . . . Περισσότερα

συναυλιάζω

έχω επικοινωνία με κάποιους, συναναστρέφομαι. Ο μη συναυλιαζόμενος, λέγεται ασυναύλιαστος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)ναυλιάζω (σὺν-αὐλίζω) = συναναστρέφομαι, ἐπικοινωνῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συναύλιαση (η)

συναναστροφή. “δε μ΄ αρέσουν τέτοιες συναύλιασες” – “δεν έχει συναύλιαση με κανέναν”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)ναύλιασ(ι) /ἡ/ (σὺν-αὔλισις) = συναναστροφή, ἐπικοινωνία, κοινωνικότης. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συνήθεια (τα) των γυναικών

η έμμηνος ρύσις των γυναικών. Και μ΄ αυτό το θέμα καταπιάνονται οι λαϊκογιατροί. Σε συνταγή γιατροσοφικού βιβλίου (Κ. Σουμίλα – Άγ. Πέτρος) διαβάζομε: “Όταν κρατηθούν των γυναικών τα συνήθεια, βράσε ρεβίθια κόκκινα με νερόν, έως να λειώσουν και εις το ζωμόν βάνε λάδι πολύ και καμπόσον κρόκον να το πίει” . . . Περισσότερα

συνιάζω

Συνιάζω § τακτοποιῶ, θέτω εἰς τάξιν. Μ. συντάζομαι = θέτω εἰς τάξιν τὰ πράγματά μου. Π. Νοικοκυρὰ συντάζεται νὰ πάῃ ᾿ς τὸν κάτου κόσμον (ᾆσμ. 25). Σημ. Αὐτὸ τὸ ἀρχ. συντάσσω.

Click to listen highlighted text!