Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

σ(υ)χέριο

Συχέριο /τὸ/ (σὺν-χεὶρ) = χεὶρ βοηθείας, ὁμοχειρία, ἀρωγή, ἐνίσχυσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Συχέριο, § βοήθεια, συνδρομὴ ὑλική. Π. εἶχα σήμερα ζύμωσι κ᾿ ἡ δούλα μ᾿ ἔδωκι συχέριο = μ᾿ ἐβοήθησε. Σημ. Ἐκ τοῦ σὺν καὶ χείρ. Ἡ τοῦ ν ἀφαίρεσις πρὸ τοῦ χ ἐν πολλοῖς εὐχρηστεῖ· οὕτω λέγ. . . . Περισσότερα

σά(γ)ουρα

Σάγουρα (Σάουρα) /ἡ/ (Ἰ. sciagura) = ἀναφυλακτικὸν ἔκζεμα τῶν βρεφῶν, πυοφύτης, ἀχώρ.

σαββατιάτικα (τα)

η μνημόνευση του νεκρού από τον ιερέα κάθε Σάββατο, στο διάστημα μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου (του έτους) μνημοσύνου. Προϋπόθεση για τα σαββατιάτικα είναι η αποστολή στον ιερέα των αντίστοιχων προσφορών (λειτουργίες – ψυχούδια). “Δια τα σαββατιάτικα των τριόν , ίγουν δια τον μακαρίτη τον άντρα μου, συγγενί μου . . . Περισσότερα

σαββατογεννημένος -η -ο

Κατά τη λαϊκή παράδοση, όσοι γεννιούνται Σάββατο θα είναι τυχεροί στη ζωή τους. Του σαββατογεννημένου πιάνει και η κατάρα του, αφού έχει την ικανότητα να επικοινωνεί – λένε – με αόρατες δυνάμεις. Του αποδίδουν και μαγική επιρροή. ΟΙ σαββατογεννημένοι είναι ευνοημένοι από την τύχη και βλέπουν πράγματα που οι άλλοι . . . Περισσότερα

σαβόρος (ο)

είδος μαγειρέματος ψαριών. Χρησιμοποιούν γι΄ αυτό ψάρια διαφόρων ειδών. Τα τηγανίζουν και τα ποστιάζουν σε ένα δοχείο όπου ρίχνουν απάνω μια σάλτσα από σταφίδα, λάδι, ξίδι, σκόρδο. Διατηρείται πολλούς μήνες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σαβόρος /ὁ/ (Ἰ. savore, sapore) = ψάρια τηγανητὰ ἐντὸς ἐλαίου καὶ ὄξους πρὸς . . . Περισσότερα

σάγ΄λα (η) και σά(γ)ουλα

σάγλα λεπτό σκοινί για πολλαπλές χρήσεις. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σάγουλα (Σάουλα) /ἡ/ (Ἰ. sagola) = λεπτὸν σχοινίον, ληγαδοῦρα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σάγουλα = λεπτό σχοινί (σεϊζόλα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σαγιαδόρος (ο)

ειδικό σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος της πόρτας με διαμπερή μοχλό που πιεζόμενος απ΄ έξω απελευθερώνει, ανυψώνοντας τον εσωτερικό σύρτη. Η ίδια διαδικασία από μέσα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σα(γ)ιαδόρος /ὁ/ (Ἰ. saggiatore, saettare;) = τὸ σύστημα τοῦ ἀνοίγματος θύρας δι᾿ ἐσωτερικοῦ μοχλίσκου ἀνυψουμένου ἀφοῦ πιέσωμεν διὰ . . . Περισσότερα

σαγιάκι (το)

ύφασμα και φόρεμα από χοντρό μάλλινο του αργαλειού, δίμιτο. “Σε ένα σαγιάκι οπού έκαμα της δουλεύτρας, λ. 50” (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας – χργφ. λογαριασμός 1744-1758). Το ύφασμα σαγιάκι είναι περισσότερο γνωστό ως τσουκνί.

σαγιάρω

κλέφτω, καταχρώμαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σαγιάρω (σαγήνη, Ἰ. sagena) = συλλαμβάνω, ὑπεξαιρῶ, κλέπτω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σαγιάς (ο)

φουστάνι και σύστημα φορεσιάς των λαϊκών τάξεων στη Λευκάδα, που φοριόνταν μέχρι τα μέσα του 19ου αι. πριν δηλ. επικρατήσει η νεότερη φορεσιά, τα λεγόμενα “Ρωμαίικα“. Δημ. δίστιχο: “Άσπρος σαγιάς, λιανόρραφος ραμμένος με μετάξι / χαράσ΄ εκείνο το κορμί που θα ν΄τόνε βαστάξει” (Ι. Ν. Σταματέλος Σύλλαβος)

σάγιασμα (το) ή σάισμα

το ΄χουν κυρίως για στρωσίδι μεγάλο στη χωριάτικη κουζίνα. Υφαίνεται από τραγόμαλλο και χρησιμοποιείται και για σκέπασμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σάγιασμα /τὸ/ (σάττω, σάγος) = χονδρὸν ἐγχώριον δαπεδοστρώσεως ἐξ αἰγείου ἐρίου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σάγισμα καί σιάγιασμα = ὕφασμα ὑφαντό ἀπό μαλλί γιδιῶν βαρύ . . . Περισσότερα

σαγκάϊα

Σαγκάϊα /ἡ/ (Ἰ. sciancare) = ἐρείπιον, ἐξηρθρωμένος, ξεγοφιασμένος.

σάζομαι

Σάζομαι (ἴσος, ἰσάζω) = εὐθετοῦμαι, εὐπρεπίζομαι, δίδω ἀμοιβαίαν ὑπόσχεσιν γάμου, μνηστεύομαι.

σάζω

Σάζω (ἴσος -άζω) = ἰσάζω, εὐθετῶ, τακτοποιῶ, συγυρίζω, διευθετῶ διένεξιν, περατῶ διαπραγμάτευσιν συμφωνίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Σάζω = φτιάχνω, σάζω, τά μαλλιά μου (τακτοποιῶ τά μαλλιά μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σαΐνης -ω

Σαΐνης -ω (Π. Τ. σαχίν, σαΐν) = ἄνθρωπος ἰδιοφυὴς καὶ δραστήριος, εὐφυής, ἐπιδέξιος.

σαΐτα

Σαΐτα /ἡ/ (Λ. sagitta) = βέλος, ἡ κερκὶς τοῦ ἀργαλειοῦ ἢ τῆς ραπτομηχανῆς.

σαϊτάρι (το)

φίδι από τα πιο συνηθισμένα. Είναι επικίνδυνο, γιατί, όπως πιστεύει ο λαός, πετιέται στο θύμα σαν σαγίτα. Δεν είναι δηλητηριώδες. τα μικρά στραγγιστικά, αποχετευτικά αυλάκια, που “στραγγίζουν” το χωράφι. Σε χργρφ. κτηματία του 1745 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: “Έβαλα εις τα αμπέλια εις το Βαρδάνη και έκαμα σούδες και σαητάρια, . . . Περισσότερα

σακαγή (σακαή)

ασθένεια των αλόγων, κατά την οποία το ζώο βγάζει μύξες και βλέννες. Κατάρα: “Να σε φάει κακή σακαή”. Η σακαή λέγεται και πατημένη. Θεραπεία: Έβραζαν αποσεινάδια με κρασί και τα ΄βαναν στην κοιλιά του αλόγου. Έλεγαν, βέβαια και το απαραίτητο ξόρκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακα(γ)ὴ /ἡ/ . . . Περισσότερα

σακαδόρος (ο)

το μέρος της παραλίας, όπου οι ψαράδες αδειάζουν τα ψάρια του σάκου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακκαδόρος /ὁ/ (σάκκος, Ἰ. saccheggiare) = τὸ σημεῖον τῆς ἀκτῆς ὅπου ἀνασύρεται ὁ σάκκος τῆς τράτας καὶ κενοῦται ἀπὸ τὸ ἁλίευμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σακατ΄λίκι (το)

η κατάσταση που βρίσκεται ο σακάτης, ο ανάπηρος. φράση: “έχω κι εγώ βλέπεις το σακτ΄λίκι μου”.

σακάτ(η)ς

Σακάτ(η)ς /ὁ/ (Ἰ. sciancato, Ἀ. Τ. Σ. σακὰτ) = ἐξηρθρωμένος τὴν ὀσφύν, ξεγοφιασμένος, ἀνάπηρος.

σακατεύω -ομαι

χτυπώ κάποιον άσχημα, τον τραυματίζω, τον καθιστώ σακάτη. Το σακατεύω αναφέρεται και σε τραυματισμό από ζώα, από γάτες ή σκύλους, επίσης σε αγκαθωτούς θάμνους ή αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Γι΄ αυτό λέμε: “Σακατεύτηκα, με σακάτεψε, θα σε σακατέψω”. Κατάρα: “Μωρέ σακατεμένο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακατεύω (Ἰ. sciancato, Ἀ. . . . Περισσότερα

σακέρα (η)

μεγάλο σακί, πλατύ, χρήσιμο για την αποθήκευση δημητριακών και μεταφορά κοπριάς στα κτήματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακέρα = στενή σακούλα (ἀπ᾿ τό στενό σακί). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σακουλιάζω

βάνω πράγματα σε σακούλι, ενθυλακώνω. αμετ. παρακειμένου για ενδύματα, ρούχα: Δεν κάνει καλή εφαρμογή, κάνει σούφρες. “Δε σου το ΄φκιασε καλά η μοδίστρα, να εδώ σακουλιάζει”.

σακουλιέρης

ο διαχειριστής των οικοδομικών υποθέσεων σπιτιού ή επιχείρησης, αυτός που έχοντας το χρήμα έχει και το πρόσταγμα

Click to listen highlighted text!