Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

στρὰκ

Στρὰκ /τὸ/ (ἠχητ.) = κροτὶς πυρίτιδος (ἐκ τῶν συνειθιζομένων τὸ Πάσχα).  

στράκες

Το ιταλικό stracca, εδώ το τσάκισμα, η τσάκιση του παντελονιού, που κατά το βάδισμα έπρεπε να κάνει “στράκες”. Ηχομιμητική λέξη κυρίως από το θόρυβο του μαστιγίου των αμαξηλάτων “και” απόψε θα κάνω στράκες με το καινούριο μου φόρεμα (Μπαμπινιώτης). Στο χωριό ειδικά για την τσάκιση του παντελονιού, που κατά το . . . Περισσότερα

στρακώνω και στρακόνω

στρώνω μια μικρή έκταση γης, αλώνι, αυλή, εσωτερικό σπιτιού ή και δρόμο ολόκληρο μπήγοντας πέτρες, για να γίνει ο τόπος αυτός σκληρός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρακόνω (ὄστρακον -όω) = σκληρύνω ἐδαφικὴν ἐπιφάνειαν διὰ κυλινδρώσεως, ἁλωνισμοῦ ἢ ἐπιπατήσεως. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στραπατσαλός (ο)

ο κοινώς λεγόμενος παταλός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στραπατσαλὸς -ὴ -ὸ (Ἰ. stra-pazziuolo) = ἀδέξιος, ἀνεπιτήδειος, ἄρρυθμος τὰς κινήσεις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στραπατσάρω και στραπάτσο

Στραπατσάρω (Ἰ. strapazzare) = κακοποιῶ, προσβάλλω, ἐξευτελίζω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στραπάτσο (το) μεγάλη ζημιά. “Γίνανε στραπάτσο”. Εϊναι το ιταλικό strapazzo. Έπαθε μεγάλο στραπάτσο, δηλαδή μειώθηκε ηθικά. (τσαλακώθηκε). Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

στράτα (ἡ)

στράτα (ἡ): δρόμος, (ΙΤ. strada καί strata στήν σικελική διάλε­κτο). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων Στράτα /ἡ/ (Ἰ. strada) = δρόμος, ἀτραπός, μονοπάτι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από το λατινικό strata, έννοια via “στρωμένος δρόμος”. Και αυτό από το ελληνικό στρώνυμι, στρώνω. Το πρώτο βάδισμα του μωρού γίνεται με τη . . . Περισσότερα

στρατιὰ

Στρατιὰ /ἡ/ (Ἰ. strada) = διαδρομὴ ἔμφορτος. «νιὰ στρατιὰ σταφύλια».

στρατοκαρτέρι

ενέδρα σε μια άκρη του δρόμου για εκδίκηση ή φόνο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρατοκαρτέρ(ι) /τὸ/ (Ἰ. strada-καρτεράω -ῶ) = ἀναμονὴ καθ᾿ ὁδὸν πρὸς κακοποίησιν ἢ ἐξόντωσιν, ἐνέδρα. βλ στρατοκρατία Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στρατόνι (το)

στενό δρομάκι, στέρεο, που χρησιμοποιούσαν οι ποτιστάδες στα περιβόλια. Περπατούσαν σε αυτό οδηγώντας το νερό στ΄ αυλάκια χωρίς να βουλιάζουν τα στενά δρομάκια γενικά, στο εσωτερικό των περιβολιών Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρατόνι /τὸ/ (Ἰ. strada-one) = ἐσωτερικὴ ἀτραπὸς ἀγροκτήματος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στράτσα (η)

πρόχειρη πετσέτα χεριών και προσώπου ένα κομμάτι πανί οτιδήποτε για πρόχειρο σκούπισμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στράτσα = πρόχειρη πετσέτα προσώπου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

στράτσο (το)

πατσαβούρα – στραπατσόχαρτο (το) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στράτσο /τὸ/ (Ἰ. straccio) = ράκος, πατσαβοῦρα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στρέβλα (ἡ)

Στρέβλα /ἡ/ = στρέβλη, εἰδικὸς δεσμὸς σχοινίου πρὸς ἀνάσπασιν τοῦ σκαρμοῦ ἢ πασσάλου ἐμπεπηγμένου στερεῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης στρέβλα (ἡ): ἐργαλεῖο μέ τό ὁποῖο στρεβλώνονται τά ξύλα,  (ΑΡΧ. στρεβλῶ). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου Στρέβλα, § ἐργαλλ. δι᾿ οὗ στρεβλώνουσι τὰ ξύλα. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

στρεκλός ή στρεκλάδι

ο άνθρωπος που βαδίζει με αστάθεια, λόγω καμάτου ή αναπηρίας. Λέγεται και στρεπεκλός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρεκλὸς -ὴ -ὸ (στρεβλός, Ἰ. straccare) = ὁ παραπαίων, ὁ βαδίζων ἀσταθῶς (λόγῳ ἀναπηρίας, ἐξαντλήσεως ἢ καμάτου), ὁ ἔχων παραμορφωμένα τὰ σκέλη. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στρεκλάδι. . . . Περισσότερα

στρεφεύω

στερεύω – ” Η βρύση ή το πηγάδι εστρέφεψε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρεφεύω § γίνομαι στεῖρος, ἄγονος· κυρ. ἐπὶ τῶν ὑδάτων. Π. ἐστρέφεψεν ἡ θάλασσα = ἐξηράνθη, ἀστείρευσεν (ἰδ. αἴνιγμα 2). Σημ. Αὐτὸ τὸ ἀρχαῖον στεριφεύομαι = στερφεύομαι = στρεφεύομαι Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

στρέφτω

κάνω εμετό Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρέφτω (στρέφω) = ἐξεμῶ, ἐμῶ, ξερνάω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Στρέφτω = ξερνῶ, κάνω ἐμετό. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

στρέω

συγκατατίθεμαι, θέλω, μου βγαίνει σε καλό, επαληθεύεται (το όνειρο). “Δεν το στρέει το παλιόπαιδο” – “Το όνειρο της Κυριακής στρέει ως το μεσημέρι” – “Εμένα δε μου στρένε τα όνειρα” – “Οι συμπέθεροι της στρένε πάντα”. Και στρέγω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρέω (στέργω, στερεόω) = . . . Περισσότερα

στριάζω

Από πόνο, με στρίαξες. Είναι το μεσαιωνικό στριγγίζω (νεότερο στριγγλίζω) και σημαίνει βγάζω φωνή δυνατή πόνου. Δεν το βλέπω στα λευκαδίτικα λεξικά. Στο χωριό χρησιμοποιείται συχνά.

στρίγγλα (η)

το μικρό κορίτσι που γεννήθηκε με το σημάδι της αδερφοφαγίας στη μύτη (αδερφοφάγος -γία) ξύλινος μοχλός (στρίγκλα) σε σχήμα αμβλείας γωνίας με σκοινάκι στην άκρη, για να περιστρέφει το αντί ώστε να μαζεύει γύρωθέ του το πανί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στρίγγλα /ἡ/ (στραγγάλη -ὶς) = . . . Περισσότερα

στρίγλα

Στρίγλα /ἡ/ (Λ. striga, Ἰ. strige, στρὶξ) = ψυχὴ ἀπαισία καὶ κακεντρεχής. Βλ. Στρίγγλα.

στριγλοπούλι (το)

νυχτοπούλι που προμηνύει, λένε, το κακό Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Στριγλοποῦλι /τὸ/ (στρίξ, Ἰ. strige) = εἶδος γλαυκός, νυχτοκόρακας, νυχτοποῦλι, παιδίον ἀναιτίως κλαυθμηρίζον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

στρίκα

Στρίκα /ἡ/ (Σ. στρέκα, Ἰ. striscia) = γραμμωτὸν διαποίκιλμα, γραμμὴ διαφόρου χρώματος.

Click to listen highlighted text!