η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

Όλες οι λέξεις στο Ρ

ρουχνίζω

Ρουχνίζω (ῤέγχω, ῤόγχος) = ῥεγχάζω, ῥοχαλίζω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ρουχνίζω = ροχαλίζω, ἀναπνέω βαθιά ἀπό τή μύτη. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Ῥουχνίζω § ῥέγχω ἐν ὕπνῳ. Σημ. Ἐκ τοῦ ῥέγχω = ῥόγχω = ῥόχνω = ῥουχνίζω. Τοῦτο ὁ Σχολ. τοῦ Ἀριστοφ. λέγει «ῥοχαλιάζω» (Νεφ. 5), . . . Περισσότερα

ρούω

Ρούω (ρύω, ὀρούω, Λ. ruo) = ἐλαύνω ἐν σπουδῇ τὸ ποίμνιον, περνῶ, περνῶ γρήγορα τὸ κοπάδι. (ἐν χρήσει κυρίως εἰς τὸν μέλλοντα καὶ τὸν ἀόριστον: θὰ ρούσω, ἔρουσα).

ρυάζομαι

η λέξη χρησιμοποιείται προκειμένου περί σκύλων ή αγριμιών, όπως ο λύκος και το τσακάλι. Ρυάζομαι = ουρλιάζω, ωρύομαι. Το ρυάσιμο δεν έχει την υφή του γαβγίσματος, Είναι σαν ένα είδος παραπόνου ή κλάματος του ζώου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρυάζομαι (ὠρύομαι -άζομαι) = βρυχῶμαι, οὐρλιάζω. Τα . . . Περισσότερα

ρυτὰ

Ρ(υ)τὰ /ἐπίρ./ (ρυτὸς) = ἀδεσμεύτως, ἐν καλπασμῷ, ὁλοταχῶς, δρομαίως.

ρυχτοῦ

Ρ(υ)χτοῦ /ἐπίρ./ (ἐρύω, ρύω, ρυτὴρ) = ἐν καλπασμῷ, τροχάδην, δρομαίως. «πάει τοῦ ρχτοῦ».

ρύχτω

Ρύχτω (ἐρύω, ρύω, ρυτὴρ) = ὑποζύγιον, τροχάζω, τρέχω τὸ ἄλογο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ρίχτω = ρίχτω τό ἄλογο πού ἱππεύω, ἀναγκάζω τό ἄλογο πού καβαλικεύω νά καλπάσει. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ρωμαίικα (τα)

η παραδοσιακή λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά. Η γιορτινή ή τα νυφιάτικα είναι πολυτελείς ενδυμασίες. (Η Λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά, εκδ. ΕΟΜΜΕΧ, 1990). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρωμαίϊκα /τὰ/ (Ρωμαῖος, «Ρωμηὸς»;) = ἡ πολυτελὴς χρυσοποίκιλτος γραφικωτάτη γυναικεία ἐγχώριος ἀμφίεσις τῆς Λευκάδος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρῶσσα

Ρῶσσα /ἡ/ (Ἀλ. ρόσε -α) = ἀγριόπαπια δευτέρου μεγέθους καφεκιτρίνης ἀποχρώσεως.