Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

προζμολόγος (ο)

μικρό σκεύος, πήλινο κατά προτίμηση, μέσα στο οποίο φύλαγαν το προζύμι. Του έριχναν από πάνω λίγο λάδι και αλάτι για να διατηρηθεί Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

προζυμάκια

είδος άγριου βρώσιμου χόρτου. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

προζυμομολόγος (ο)

μικρό, πήλινο κατά προτίμηση, δοχείο όπου βάζουν μέσα οι γυναίκες το προζύμι. Από πάνω ρίχνουν λάδι και αλάτι για να διατηρείται ξινό και να μην πετσιάζει. το καλοκαίρι σκεπάζουν το προζύμι με ένα πλατύ φύλλο – αμπελόφυλλο, π.χ. – για να μένει δροσερό.

προίκα (η)

χρησιμοποιούμε εδώ την πασίγνωστη αυτή λέξη όχι ως ιδιωματική, αλλά για μερικές φράσεις που αποτελούν προεκτάσεις της. Αγοράζομε ένα πράγμα από μαγαζί και ρωτάμε το μπακάλη: “Πόσο έχει η προίκα του;” = πόσο κάνει. Στο φούρνο: “Δώσε μου μια φρατζόλα ψωμί – Πόσο κάνει η προίκα της;”.

πρόκα (ἡ) καί πρόγκα

Πρόγκα /ἡ/ (Ἰ. brocca) = βιομηχανικὴ καρφίς, καρφάκι. (Ἰ. brigare) = ἀποπομπή, διώξιμο, καταδίωξις, ἐπιτίμησις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης πρόκα (ἡ): καρφί, (ΒΕΝ. broca). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

προκάναλο

μέρος του νερόμυλου. Είναι ένας κορμός ξύλινος πελεκημένος εσωτερικά με χοντρά τοιχώματα, που εφάρμοζε σαν στόμιο στην κάτω άκρη της κρέμασης. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

προκόβω

Προκόβω § καὶ προκόπτω, εὐδοκιμῶ. ΚΝ. Σημ. Οἱ πρωτόθ. τῶν ῥ. χαρακτῆρες ἐν πολλοῖς εὐχρηστοῦσι παρὰ τοῖς Λευκαδίοις. Ὁ Βυζ. γρ. προκόπτω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου Προκόβω: αρχ. ρ. προ-κόπτω, παρατ. προέκοπτον και προΰκοπτον = ως μεταβατ. κυρ. αποκόπτω και απομακρύνω τα έμπροσθεν τινος, ή καθαρίζω την οδόν την ανοιγομένην: . . . Περισσότερα

προλαβόν (επίρρ.)

προτού να συμβεί ο,τι συνέβη. φράσεις: “Εγώ ήμουνα προλαβόν εκεί και τα είδα όλα” – “Άργησες, έπρεπε να ΄σαι προλαβόν εκεί”.

προντάω

διώχνω βιαίως κάποιον. “Πρόντησε τις κότες από κει” – “Πήγα να του το πω και πρόντησε” – “Πρόντα το σκύλο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προντάω (Ἰ. prontare) = ἀποδιώκω, ἀποπέμπω, κάμνω τινὰ ν’ ἀπομακρυνθῇ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Επρόντησε. Τον έδιωξε ή έφυγε άτακτα. Στα . . . Περισσότερα

πρόπια (επίρρ.)

προσδιοριστικό γεωγραφικού σημείου. “Το μαγαζί βρίσκεται πρόπια στην απάνω δεξιά γωνία της πλατείας” – “Πρόπια στον Αγ. Σπυρίδωνα” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρόπια /ἐπίρ./ (Ἰ. proprio) = ἀκριβῶς, γνησίως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

προπιάνω

μπαλώνω πρόχειρα παλιόρουχα ή παπούτσι. “Το πρόπιασα, όπως μπορούσα, να περάσω λίγες μέρες, όσο να ιδούμε …”

προπίζω

Προπίζω (Ἰ. proporre; Σ. προπίτσυεμ) = προτείνω, προβάλλω, ἐκδηλῶ πρόθεσίν τινα, ἀποφασίζω, προφθάνω.

προπόδι -ια (το)

δέρμα ή χοντρό ύφασμα που σκεπάζει όλο το παπούτσι και ως την άτζα του ποδιού. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί στο όργωμα και στο σκάψιμο, για να προφυλάνε τα πόδια τους από την υγρασία και τα χώματα ιδίως στα παχιά χωράφια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προπόδι /τὸ/ = . . . Περισσότερα

προσάναμμα (το)

τα λεπτά κλαριά που χρησιμοποιούν για να ανάψει εύκολα η φωτιά. Τέτοια είναι τα ξερά φρύγανα, τα αποκλάδια, τα ξεράγκαθα κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προσάναμμα /τὸ/ (πρὸς-ἀνὰ-ἅπτω) = λεπτὸν ἀκροκλάδιον ἢ φρύγανον ξηρὸν δι’ οὗ ἀνάπτεται ἡ πυρά. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

προσβάβα και προβαβά

Προσβάβα /ἡ/ (Σ. πραbάbα) = ἡ προμμάμη, ἡ μητέρα τῆς γιαγιᾶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Προσβαβά καί προβαβά = προγιαγιά τοῦ δισέγγονου (προμάμη). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

προσκεφαλάδα ή προσκεφαλαδιά (η)

μεγάλα στενόμακρα μαξιλάρια που πιάνουν όλο το πλάτος του κρεβατιού. Τις ύφαιναν στον αργαλειό και τις γέμιζαν με μαλλιά, λινάτσα ή και άχυρο, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Σε κτγρφ. περιουσιών (ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: 1822: “προσκεφαλαδιά δαμασκένια …”, 1728: “προσκεφαλαδιά διπλαρένια”. Δημ. τραγ.: “Του στρώνω πέντε στρώματα . . . Περισσότερα

προσκομ(ι)δάω

Προσκομ(ι)δάω (πρὸς-κομίζω) = κύπτω συχνὰ ἐξ ὑπνηλίας (ὅπως ὁ ἱερουργὸς κατὰ τὴν προσκομιδὴν πρὸ τῆς ἁγίας τραπέζης).

προσμπούκωμα (το)

μετά το στεφάνωμα, στο σπίτι του γαμπρού προσφέρουν στο νιόφωτο κολατσό που συνιστάται συνήθως από δυο αυγά μάτια με τυρί και λίγο ψητό κρέας.

προστελάω

Προστελάω = ἀποχτῶ καί διατηρῶ κάτι, αὐτοῦ δέν τοῦ προστελάει ποτέ ρολόγι), ἤ προστέλεσα ἕνα ρολόγι (ἀπόκτησα καί διατηρῶ ἕνα ρολόγι). βλ. και προστελεύω

προστελεύω

μένω, διατηρούμαι, προκόβω. φράσεις: “δεν του προστελεύει δεκάρα” – “δεν μας προστελεύει τυρί, το τρώνε τα παιδιά” – “Μωρ΄ δεν προστελεύει το μάτι της Παναγίας”. ΒΑΛ. Φωτεινός, Γ΄:” …κι άνθρωποι που δουλεύουν / κι έχουν το ρόζο του ζυγού, ποτέ δεν προστελεύουν”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προστελεύω . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!