Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

πριάρι -ια ή προιάρι (το)

μικρό πλεούμενο, χωρίς καρίνα με επίπεδο πυθμένα. Χρησιμοποιείται από τους ψαράδες της Χώρας για τη διακίνηση τους στο ψάρεμα στη λιμνοθάλασσα της Λευκάδας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριάρι /τὸ/ (πλοιάριον) = ἐγχώριον μικρὸν ἐφόλκιον μὲ ἐπίπεδον πυθμένα (κατάλληλον διὰ τὰ ἀβαθῆ τῶν ἐπιχωρίων λιμνοθαλασσῶν). Τα Λευκαδίτικα — . . . Περισσότερα

πριβάτο (το)

ιδιωτικό, κάτι που ανήκει σε ιδιώτες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριβάτο /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. privato) = ἰδιωτικόν, ἰδιόκτητον, ἰδιαίτερον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πριμαρόγλι (το)

ο πρωτολάτης των καρπών, το πρώτο φορτίο της καλής σοδειάς, κάτι που το απολαμβάνουμε και το χαιρόμαστε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριμαρόγλι /τὸ/ (Ἰ. primalio -iale) = τὸ πρῶτον φορτίον γεωργικῆς παραγωγῆς (τῆς ἐποχῆς), ἡ πρώτη συγκομιδή. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πριμασέρα (η)

η πρώτη καλάδα της τράτας τις βραδιές ώρες. Το ξεκίνημα και ο γυρισμός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριμασέρα /ἡ/ (Ἰ. prima sera) = ἡ πρώτη ἑσπερινὴ καλάδα (καθέλκυσι καὶ ἀνέλκυσις) τῆς τράτας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρίμως

Πρίμως /ἐπίρ./ (Ἰ. primo a che) = πρὶν ἥ, ἕως ὅτου, μόλις, παρευθύς.

πριόβολος (ο)

το χαλύβδινο έλασμα που σπινθηρίζει καθώς κρούει την πέτρα (πυρόλιθο) ν΄ ανάψει το φιτίλι ή ίσκα, κοινώς τσακμάκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πυριόβολος /ὁ/ (πῦρ-βάλλω) = χαλύβδινον ἐλασμάτιον ὅπερ κρουόμενον ἐπὶ πυρολίθου παράγει σπινθῆρας, τσακμάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πριολίθι (το)

τρίμματα πέτρας από λιθάρια του μύλου στο άλεσμα των πελατών. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν έχουν πρόσφατα “χαράξει” τα λιθάρια του μύλου. Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο το “πριολίθι” να προέρχεται από το αλώνι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριολίθι /τὸ/ (πυρός, πρίων-λίθος) = μόρια λίθου ἐντὸς τοῦ ἐγχωρίου . . . Περισσότερα

πρίσμα

Πρίσμα, § εἶδ. λαχάνου, ὅπερ πρισμάκι καὶ προζυμάκι καλεῖται.

πριτσαλάω και πριτσαλίζω

βατεύω, ασελγώ. μτφ.: γίνομαι φορτικός, ενοχλητικός. φράση: “Μη μου πριτσαλάς την κουβέντα”, λέει κάποιος αστειλογώντας σε παρακείμενο πρόσωπο, που του διέκοψε την κουβέντα του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριτσαλίζω (Ἰ. prezzolare, prizzare) = ἐπιβατεύω, συνουσιάζομαι (ἐπὶ μηρυκαστικῶν) βλ. καὶ λ. μπρουτσαλίζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρίτσολας (ο)

παιδικό αθλητικό παιχνίδι, που παίζεται από ομάδα παιδιών. Στόχος του παιγνιδιού είναι η κατάρριψη ενός λίθου – του λεγόμενου τσιρκάλι – που στήνεται όρθιος σε μεγάλη πέτρα. Ο παίχτης που θα γκρεμίσει τον πρίτσολα σημαδεύοντας τον από μακριά με μια πέτρα, είναι ο νικητής. Η αποκάτω μεγάλη πέτρα λέγεται τσίρκαλος. . . . Περισσότερα

πρίτσουλας

Πρίτσουλας = παιδικό παιχνίδι μέ εὔστοχη βολή διά πέτρας ἐπί ἄλλης πού εἶναι στημένη κάπου. βλ μπρίτσολας και πρίτσολας (ο)

προαίρεση

προαιρετικό “φιλοδώρημα” – οικονομική ενίσχυση προς τον ιερέα και τους ψάλτες του ναού των πιστών το Πάσχα, τα Θεοφάνεια και τα Χριστούγεννα, όταν στις εκκλησίες έβγαινε δίσκος και ο καθένας έριχνε ο,τι προαιρείτο

προβάζα (η)

η κορνίζα εικόνας. Σε vedimonio (καταγραφή περιουσίας) του 1718, Νο 2 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας), βλέπομε: “ένα εικόνισμα, ιστορισμένη εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και του Αγίου Νικολάου με προβάζα ηνταγιάδα (=σκαλισμένη, ξυλόγλυπτη).

προβαίνω

Προβαίνω μόνον ὁ Ἐνεστ. τῆς Ὁριστ. ἐν χρήσει· οἱ δὲ λοιποὶ χρόνοι ἐκ τοῦ προβάλλω. Φρ. τώρα προβαίνω – γιὰ πρόβαλλε – ἐπρόβαλα νὰ γιδῶ – γιατὶ δεμπροβαίνεις;

πρόβαλμα (το)

το ξάγαντο, η βίγλα, τόπος με μεγάλη θέα. “Για δες εδεκεί στο πρόβαλμα να ιδείς αν έρχεται ο πατέρας σου”. “Εβήκατε στο πρόβαλμα; έχετε δίκιο, είναι πολύ ωραία η θέα από δω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρόβαλμα /τὸ/ (πρὸ-βαίνω) = θέσις ἀποπτική, τόπος ἐξέχων πρὸς θέαν. Τα . . . Περισσότερα

προβολή (ἡ)

Προβολὴ /ἡ/ = ἐξέχουσα προθήκη καταστήματος πρὸς πεζοδρόμιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης προβολή (ἡ): μεγάλο παράθυρο σέ ἰσόγεια καταστήματα ἤ ἐργα­στήρια, ἐκ τοῦ προβάλλω Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου Ξύλινο παράθυρο-πορτάκι στο κατώγι, που άνοιγε προς τα πάνω σαν καταρράκτης, στηριζόμενο σε καδνέλλα (ξύλινο πήχη).  Από το γνωστό ρήμα προβάλλω . . . Περισσότερα

προγιαστός ή

ο γέρος, η γριά. “Τι κάνεις προγιαστή;” – “Είσαι προγιαστός και σε σέβομαι”. βλ. και προϊαστός

προγκάω

διώχνω με φωνές και χερονομίες κάποιον – παίρνω δρόμο εξ αιτίας φόβου ή θορύβου. φράσεις: “Ήρθε αλλά τον επρόγκησα με τις φωνές” – “Τ΄ άλογο εφοβήθηκε και επρόγκηξε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προγκάω (Ἰ. brigare) = ἀποδιώκω, κάμνω τινὰ νὰ φύγῃ, τρέπομαι εἰς φυγὴν ἐκ τρόμου: «ἐπρόγκιξαν . . . Περισσότερα

προγκίδι -ια

δύο σιδερένια ελάσματα παράλληλα και οδοντωτά στις άκρες που τα τοποθετούν το ύφασμα του αργαλειού κατά την ύφανση για να μένει καλά τεντωμένο. Παλιά σύνεργα τα προγκίδια τα βρίσκομε σε καταγραφές ακίνητων στο 16ο και 17ο αιώνα, “και ένα ζευγαρι προυγγίδια για τον αργαλειό”, κατγρφ, 1750 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας). Λεξικό . . . Περισσότερα

πρόγκος (ο)

η φυγή ,το λάκισμα. φράση: “Καλά πηγαίναμε με το μουλάρι, αλλά σε κάποια στιγμή επήρε πρόγκο και με πέταξε κάτω” = “Έριξα μια πέτρα στο σκύλο κι επήρε πρόγκο κι έφυγε”.

Click to listen highlighted text!