Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

πούθε(νε)

Πούθε(νε) (πόθεν) = πόθεν, ἀπὸ ποῦ, ἀπὸ ποιὸ μέρος, ἀπὸ ποίαν προέλευσιν.

πούλου (επίρρ.)

στις φράσεις: “κάν΄ τ΄ πούλ΄ του” – “εγώ κάνω τ΄ πούλ΄ μου, δεν ακούω κανένα”, δηλ. όταν κανείς κινείται ανεξάρτητα από τους άλλους και κάνει “ό,τι του κόβει το κεφάλι”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πούλ(ου) (πολέω) = μόνος, ἀνεξάρτητος, ἀδέσμευτος: «πάει τ’ πούλ’ τ’», «τράβα τ’ πούλ’ . . . Περισσότερα

πούμπος (ο)

το στομάχι των ορνιθοειδών πτηνών, η πολυφαγία. φράση: “εφάγανε το μπούμπο“, δηλ. εφάγανε το καταπέτασμα. Επίπληξη: “Να φας το μπούμπο”, λένε στα μικρά παιδιά όταν πεινάνε και λένε τι να φάω τώρα; Απάντηση: “Να φας τον μπούμπο”. Κι όταν σκούζουν και κλαίνε, τους λένε: “βγάλ΄ το μπούμπο τώρα και τσώπα”. . . . Περισσότερα

ποῦντα

Ποῦντα /ἡ/ (Ἰ. punta) = κρυολόγημα, πλευρῖτις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το βαρύ κρυολόγημα. Πήρα μια πούντα! Λέξη ιταλική, που την πρώτη της έννοια σημαίνει κορυφή ακροπαραλίας. Και ο Μύτικας, το μικρό ακρωτήρι Mandeson). Σε μας θυμίζει και παραπέμπει στο Ξηρόμερο, τόπο εργασίας σε δύσκολα χρόνια. Πάει στην . . . Περισσότερα

πουντιάζω

κρυώνω, κρυολογώ. φράση: “Έλα να ντυθείς, παιδάκι μου, θα πουντιάσεις” ΒΑΛ. Φωτεινός Γ΄: “Έγιναν βάλτοι τα βουνά οι ράχες εποντιάσαν”, δηλ. οι ράχες”εβράχησαν υπερβολικά”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πουντιάζω (Ἰ. puntare) = κρυολογῶ, πλευριτώνω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Κρυολογώ (κοντομίχης). Στο Φωτεινό (367) επόντιασαν, εβράχησαν . . . Περισσότερα

πούντο (το)

το ακριβές σημείο, η ακρίβεια στο χώρο και στο χρόνο φράσεις: “Μωρ΄ δεν πάει πούντο”, δηλ. δε ξεμακραίνει καθόλου, δε φεύγει από δω – “η ώρα είναι δέκα πούντο”, ακριβώς δέκα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ποῦντο /τὸ/ (Ἰ. punto) = σημεῖον τοῦ χώρου, στίγμα, ἀκρίβεια:  «δὲν . . . Περισσότερα

πούπετα ή πούπ(ο)τα (επίρρ.)

πουθενά, τίποτε απολύτως. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πούποτα (ποῦ-ποτὲ) = πουθενά, τίποτε. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

πουργάρω

ενεργούμαι μετά τη λήψη καθαρτικού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πο(υ)ργάρω (Ἰ. purgante) = κενῶ τὴν κοιλίαν διὰ καθαρτικοῦ, ὑφίσταμαι τὰς συνεπείας: «ἅμ’ ἀρρωστήσῃ ἐγὼ θὰν τὰ ποργάρω». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πουρί ή πωρί ή πορί

η πέτρα των δοντιών μας, οι ακαθαρσίες των αυτιών μας, το ασβεστούχο επίστρωμα στους νεροσωλήνες, οι πέτρες των νεφρών κ.λπ. Συνταγή “περί εκείνους οπού έχουν πέτρα, ήγουν πουρί. Πάρε τζουκνίδα μαζί με τον σπόρον της και βάλε το ζουμήν και πότισον τον άνθρωπον. Και τα κοπανίσματα βάλε τηγανισέ τα και . . . Περισσότερα

πους

μέτρο μήκους, που ισοδυναμούσε με το 1/3 της ιονικής γυάρδας. 1 γυάρδα = 0.914 του γαλλικού μέτρου. Η γυάρδα ήταν το επίσημο μέτρο στην εποχή της Αγγλοκρατίας. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

ποχιαίνω

εξατμίζομαι με το βράσιμο. Έχομε τη φράση: “Άσ΄ το λίγο ακόμα στη φωτιά να λιγοστέψει το ζουμί του”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ποχ(ι)αίνω (ἀπὸ-χέω, χαίνω) = ἐξατμίζομαι, ὑφίσταμαι μετριασμὸν τῆς θερμότητος τοῦ βρασμοῦ: «ἂς τὸ νερὸ νὰ ποχιάνῃ». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε (για το . . . Περισσότερα

πράμα -τα (το)

τα ζώα του σπιτιού, γιδοπρόβατα. “Θα πάω με τα πράματα”, δηλ. πάω να βοσκήσω. έκφραση θαυμασμού: ” … ψ΄χή μ΄πράμα …!” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρᾶμα /τὸ/ = πρᾶγμα, ζῷον κατοικίδιον (ἐκ τῶν βοσκουμένων ἢ ὑποζυγίων). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Πράματα = τά ζῶα, ὅλα τά . . . Περισσότερα

πράντζο (το)

το γεύμα, το φαγοπότι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πράντσο /τὸ/ (Ἰ. pranzo) = γεῦμα, συμπόσιον, εὐωχία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης πράντσο (τό) : γεῦμα, (IT. pranzo).    Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

πρᾶξις

Πρᾶξι (πρᾶξις). Ἀποκλειστικῶς εἶνε ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ ἀγωγή. Φρ. τοῦ ἔκαμα πρᾶξι – Θὰ σοῦ κάμω πρᾶξι – πράξεις = καμώματα.

πρασόλω

Πρασόλω /ἡ/ (πράσσον) = ἐξησθενημένη ἐκ γήρατος καὶ ἀτημέλητος γυνή.

πράτ΄γο (το)

περίπατος ύστερα από ανάρρωση. φράση: “με γεια το πράτγο”. η απελευθέρωση ζώου δεμένου ή η απομάκρυνση μικρού παιδιού από το σπίτι του, τότε λέμε: “Επήρε πράτγο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πράτ(ι)γο /τὸ/ (Ἰ. pratica -are) = ἡ πρακτικὴ δοκιμὴ τῆς ἀναρρώσεως διὰ περιπάτου: «μὲ γειὰ τὸ πράτγο», . . . Περισσότερα

πρεβεδούρος

(< prevedere, βενετ. proveditor, ιταλ. provveditore): προβλεπτής, ο βενετός διοικητής της Λευκάδας πρεβεδούρος εστραορντινάριος = έκτακτος προβλεπτής

πρέγκα (η)

βρογχική πάθηση των υποζυγίων Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρέγκα /ἡ/ (Ἰ. broncho -io) = βρογχῖτις τῶν ὑποζυγίων ἐκδηλουμένη διὰ βηχός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρέζα (η)

μικρή ποσότητα πράγματος. Οι παλιοί έλεγαν: “δώσ΄ μου νια πρέζα ταμπάκο” κι ακόμα: “νια πρέζα λάπατα“. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρέζα /ἡ/ (Ἰ. presa) = λῆψις, δοκιμή, ἐλαχιστημόριον πράγματός τινος: «νιὰ πρέζα ταμπάκο», «νιὰ πρέζα λάχανα». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρεζέμπιο

Πρεζέμπιο /τὸ/ (Ἰ. per esempio) = παράδειγμα, ὑπόδειγμα, πρότυπον. (Ἰ. presepio)  = τόπος περίκλειστος καὶ ἀσφαλής.

πρεζεντάρω

προσάγω στο δικαστήριο δικαστικό έγγραφο, παρουσιάζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρεζεντάρω (Ἰ. presentare) = παρουσιάζω, ἐμφανίζω, προσάγω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης και πρεζεντέρω

Click to listen highlighted text!