Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

ντριμίδι

Ντριμίδι = λινό σεντόνι. βλ. και αντριμίδα, ἀντριμίδι, ἀντρομίδα και ντρεμίδι (το)

ντρίτα (επίρρ.)

ίσια μπροστά, κατ΄ ευθείαν ντρίτος = άνθρωπος ειλικρινής και ευθύς φέρομαι και ομιλώ με ειλικρίνεια και όχι ψεύτικα. “θέλω να μου μιλάς ντρίτα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντρίτα /ἐπίρ./ (Ἰ. dritto, diretto, Ἀλ. dρέjτε) = κατ’ εὐθεῖαν, κατέναντι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ίσα μπροστά. . . . Περισσότερα

ντριτούρα (η)

μεγάλη πλάνια και σανίδες και ματέρια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντριτοῦρα /ἡ/ (Ἰ. direttore, Ἀλ. dρέjτε) = μεγάλη ροκάνα (πλάνια) εὐθυγραμμίσεως σανίδων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ντριτοῦρα(ἡ): μεγάλη πλάνη γιά τήν εὐθυγράμμιση τῶν σανίδων. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ντριτσαδοῦρο

Ντριτσαδοῦρο /τὸ/ (ad-dirizzare) = τὸ δρύφρακτον (ξύλινο κάγκελο) διὰ τοῦ ὁποίου ἀσφαλίζεται τὸ ἄνοιγμα ἐσωτερικῆς κλίμακος ἄνωθεν καὶ πέριξ, τὸ πέρβολο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ντριτσαδοῦρο(τό) : τό ξύλινο κάγκελο σέ ἐσωτερική σκάλα, τό πέρβολο, (ΙΤ. drizzare). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ντρουβάς (ο)

μικρός σάκος, σακούλι μέσα στο οποίο βάνουν την τροφή (βρώμη – κριθάρι) των φορτηγών ζώων και το κρεμάμε απ΄ το κεφάλι του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντρο(υ)βᾶς /ὁ/ (Τ. τορbᾶ) = σακκίδιον (πήρα) ἐντὸς τοῦ ὁποίου τίθεται ἡ ἐκ καρπῶν τροφὴ τοῦ ὑποζυγίου ἀναρτώμενον ἀπὸ τῆς . . . Περισσότερα

νύλακας (ο)

θάμνος, αρχ. σμίλαξ. Είναι πουρνάρι χωρίς αγκάθια στα φύλλα του. ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄: “οπού επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νύλακας /ὁ/ = ὁ θάμνος μίλαξ ἢ σμίλαξ, εἶδος δρυός, πουρνάρι χωρὶς ἀγκάθια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νυμφαία (η)

νυμφαία η μαδωναίς. κοινώς νούφαρο Η νυμφαία έχει ιαματικές ιδιότητες.: “Η νυμφαία γίνεται μέσα εις το νερό και έχει τα φύλλα της τρανά … και στέκονται επάνω εις το νερό. Η ρίζα της είναι τρανή και τα λουλούδια της άσπρα. Η ρίζα του στεγνή να την πίνουν με κρασί από . . . Περισσότερα

νύπινος

ιδιωματισμός για τη λέξη ύπνος Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

νυφοκούλουρο (το)

το κουλούρι του γάμου, στολισμένο με καρύδια, αμύγδαλα, ζαχαρωτά και άλλα στολίδια. Το ζύμωναν ξεχωριστά και το φκιαχναν πιο μεγάλο και σε πολλά χωριά το ΄ριχναν μέσα στο φούρνο σε τεψί. Την ημέρα του γάμου το ΄βαναν σε διπλωμένο στρώμα και πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού μαζί με τα προικιά. . . . Περισσότερα

νυχτολουλουδιά (η)

το ευώδες φυτό “δειλινό”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτολουλ(ου)διὰ /ἡ/ (νύξ, Ἀλ. λjούλjε) = ἡ νυκτοκαλλίς, θαυμασία ἡ ἰαλάπη, τὸ «δειλινό». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νυχτοπούλι (το)

πουλί που πετάει τη νύχτα. μτφ: = άνθρωπος ξενύχτης, νυκτόβιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτοποῦλι /τὸ/ (νὺξ-πῶλος; Ἰ. pollo) = νυκτόβιον πτηνόν, ἄνθρωπος νυκτόβιος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νώμος

Ο ώμος. Η αιτιατική “τον ώμον μας” μας έδωσε το λαϊκό τύπο νώμος. Κι αν ανεβάσουμε τον τόνο γίνεται ωμός (άψητος).

νώπη (η)

υγρασία, νότια ΒΑΛ. Φωτεινός. Α΄: “δυο μήνες έρεψα τελείως εδεδώ εσάπησα στη νώπη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νώπη /ἡ/ (νέος-ὢψ) = νωπότης, χλωρότης, ὑγρασία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!