Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

νισεστὲς

Νισεστὲς ΚΝ. § λεπτότατον σιτάλευρον, κατασκευαζόμενον διὰ τῆς συνθλίψεως ἐβρεγμένου σίτου· τοιουτοτρόπως ἀποβάλλει ὁ σῖτος γαλακτώδη τινὰ οὐσίαν, ἥτις κατακρημνιζομένη εἰς ἀγγεῖον, παράγει τὸν καλούμενον νισεστέ. Σημ. ἡ λ. φαίνεται ἔκφυλος. Σημ. Ἡ λ. αὕτη κατὰ μέν τινας εἶνε Τουρκικἠ (Βυζ. ἐν λ. καταστατὸν) κατὰ δέ τινας Ταρταρικὴ (Γ. Κρομμ. . . . Περισσότερα

νιτερέσο (το)

το συμφέρον, το ενδιαφέρον, το κέρδος. Παροιμ. : “για το ξένο νιτερέσο, άφ΄κε τ΄ μπόρτα της περέσι“. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)τερέσο /τὸ/ (Ἰ. interesse) = ἐνδιαφέρον, συμφέρον, κέρδος, δοσοληψία, ὑπόθεσις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Και ν(ι)τερεσάδα. Το συμφέρον, ιταλιστί interesso από το λατινικό . . . Περισσότερα

νιτζάνα (η)

ιαματικό βότανο, που το βρίσκει κανείς στα βουνά. Έχει ρίζα  πικρή. Σε γιατροσόφι χργρ. διαβάζομε: ” … Και δια γυναικός οπού δεν μπορεί να κάμει παιδί, είναι αληθινή ιατρειά … Το ζουμί από τα φύλλα του έχει την ιδίαν σοφίαν και δια το ανεμοπύρωμα και δια την μύτη …” (Η . . . Περισσότερα

νιτράδα (η)

η κτηματική περιουσία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιτράδο /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. entrata) = μικρὸς ἀγρός, ἀγροτεμάχιον, λαχίδι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νιτσεράδα (η)

αδιάβροχο από ειδικό ύφασμα διαποτισμένο με λινόλαδο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)τσεράδα /ἡ/ (Ἰ. incerata) = κηρωτόν, λαϊκὸς ἀδιάβροχος ἐπενδύτης ἐξ ὑφάσματος διαποτισθέντος διὰ λινελαίου καὶ ἐπαλειφθέντος δι’ ἀσφάλτου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αδιάβροχο κερωμένο ένδυμα ναυτικών συνήθως. Αντιδάνειο από το ιταλικό incerata (cera, . . . Περισσότερα

νοβ(ι)τά

αλήθ. νοβιτές = μαντάτα ε διάθεση κουτσομπολιού. Αφηγήσεις με πολύ αλάτι και υπονοούμενα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοβιτὰ /ἡ/ (Ἰ. novita) = καινοφανές, νέον, γεγονός, εἴδησις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    νοβτές. Ο Κοντομίχης αποδίδει μαντάτα με διάθεση κουτσομπολιού. Είναι η ιταλική novita, ουσιαστικό θηλυκό, . . . Περισσότερα

νόβελο (το)

φόρος, δεκάτη. Στην εποχή της Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας πλήρωναν για όλα τα προϊόντα τους ιδίως δημητριακά και λάδι, 10% της σοδειάς. Ακόμη και οι μυλωνάδες πλήρωναν τη δεκάτη για το ξάι που έπαιρναν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόβελο /τὸ/ (Ἰ. livello -are, novale) = ἐδαφονόμιον, ἐδαφονομή. . . . Περισσότερα

νοβιτάντες

Νοβιτάντες /ὁ/ (Ἰ. novita) = εἰδησεολόγος, μαντατοφόρος, κομιστὴς εἰδήσεων.

νογάω

νιώθω, καταλαβαίνω, έχω καλή αντίληψη. φράση: “νογάς τι σου λέω;” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νογάω = ἐννοῶ, ἀντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Νογάω = νοῶ, καταλαβαίνω, νογάω τί θές νά πεῖς, (καταλαβαίνω τί θές νά πεῖς). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής  Νοέω→νοώ, . . . Περισσότερα

νοδάρος (ο)

ο συμβολαιογράφος (νοτάριος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοδάρος /ὁ/ (Ἰ. notare, notaio) = ὁ συμβολαιογράφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νόημα (το)

συνθηματική χειρονομία, γνέψιμο. φράσεις: “κάμε του νόημα να γυρίσει” – “Δεν πάνε τα νοήματα”, εδώ λέμε δεν ισχύουν τα παιγνίδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόημα /τὸ/ = ἐννόημα, ἔννοια, σημασία, νεῦμα, συνθηματικὴ κίνησις, γνέψιμο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοητὸ

Νοητὸ /τὸ/ (νοῶ) = ζῷον ἰδιαζούσης ἀντιλήψεως, λογικὸν ζῷον.

νόμ΄

Δόμ, δος μου. Κατ΄ εξοχήν ιδίωμα του χωριού μας, όπως εξελίσσεται σε δος μου.

νόμ΄(ου)

δώσ΄μου: “νόμ΄λεπτά να αγοράσω παπούτσια” – “νόμου κι εμένα κουλούρι ..”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόμ(ου) (Ἀ. νὲμ) = δός μου, δῶσε μου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νομᾶτοι -αῖοι

Νομᾶτοι -αῖοι /οἱ/ (ὄνομα -ατός, Ἰ. nomato) = ἄτομα, ἄνθρωποι, πρόσωπα. «θὰ νάταν ἴσα μὲ τριάντα νοματαῖοι», «δύο νομᾶτοι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    (Και νομάτοι). Από το όνομα. Από τη γενική πληθυντικού “ονομάτοι” κι απ΄ αυτήν οι “νομάτοι, οι νοματαίοι” (Ν. Βαρδιάμπασης, Ε, 291). Να θυμηθούμε και το . . . Περισσότερα

νόνα (η)

η γιαγιά ο άνθρωπος ο πολύ λεπτολόγος και συντηρητικός, ο δυσμετακίνητος. “Έλα νόνα … μας έπρηξες τα σκώτια” – “παρά είσαι νόνα”. νόνος = παππούς. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόνα /ἡ/ (Ἰ. nonna) = ἡ μάμμη, ἡ γιαγιά, ἄνθρωπος ὑπεράγαν συντηρητικός. Νόνος /ὁ/ (Ἰ. nonna) = . . . Περισσότερα

νοστάει (απρόσ.)

επιθυμώ κάτι. Αρνητικά: “δεν μ΄ νοστάει τίποτα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοστάω (νόστος) = νοσταλγῶ, ἐπιποθῶ. «δὲ μὲ νοστάει νὰ φύγω». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοτάριος (ο)

ο συμβολαιογράφος (νοδάρος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτάριος /ὁ/ ἀρχ. (Ἰ. notaio) = συμβολαιογράφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νότια (η)

η υγρασία, ο υγρός καιρός. φράση: “μας εμάρανε η νοτιά”, “Η νοτιά εσκέβρωσε τα παραθύρια”. μτφ: νότια λέμε τον ιδιότροπο και παράξενο άνθρωπο. φράση: “Ω ψ΄χή μ΄, νότια λέμε τον ιδιότροπο και παράξενο άνθρωπο. φράση: “Ω ψ΄χή μ, νότια που ΄ναι …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης . . . Περισσότερα

νοτίζω

υγραίνω -ομαι. φράση: “ο καιρός ενότισε”, δηλ, είναι νοτιάς, έχει υγρασία.  ” ο καιρός δε λέει να νοτίσει”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτίζω (νοτιάω -ίζω) = ὑγραίνομαι, διαποτίζομαι, ἀπορροφῶ ὑγρασίαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοτίφικα

επίδοση δικαστικού δικογράφου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτίφ(ι)κα /ἡ/ (Ἰ. notificare) = γνωστοποίησις, δηλοποίησις, δικόγραφον, ἐπίδοσις ἐγγράφου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νότσολος (ο)

ο νεωκόρος, ο ευταξίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόντσολος /ὁ/ (Ἰ. nunzio -ale) = ὁ κλητὴρ τοῦ ἐπισκόπου, εὐταξίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ντα πάπα

Ντα πάπα /ἐπίρ./ (Ἰ. da pappa) = ἄνετος καὶ ἄφροντις βίος, καλοπέρασις, εὐζωΐα. «τὴν περνάει ντα-πάπα».

Click to listen highlighted text!