η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μυζάω

Από-μυζάω, αρμέγω. Άσχετη η μίζα με την κακή και μηχανική της σημασία. βλ. και μυλάγω

μυζήθρα

Μυζήθρα, εἶδος χλωροῦ τυροῦ, τὸ ἀλλαχοῦ ἐνθότηρον καλούμενον. Σημ. Ἐκ τοῦ μυζάω (= βυζάνω) μύζηθρον, μυζήθρα, οἱονεὶ μυζητήριον (= βυζαστήριον), διότι τὸ σχῆμα τοῦ τυροῦ τούτου εἶνε στρογγύλον ὡς ὁ μαστός· ἐντεῦθεν ἴσως καὶ οἱ ἀρχαῖοι μαζὸν καὶ μαστὸν ἔλεγον καὶ πᾶν ςρογγύλον πρᾶγμα. βλ. καί μπ(ι)ζήθρα (η)

μυλάγω

Μυλάγω (μυζάνω) ἐμύλησα – μυλησέτο = βυζασέτο. βλ. και μυζάω

μυλαύλακο

μέρος του νερόμυλου. Είναι ένα μακρύ αυλάκι, που καμιά φορά είχε μήκος γύρω στα 300-500 μέτρα, που έφερνε το νερό από κάποια πηγή ή λαγκάδι προς το μύλο. Το βάθος και το πλάτος του πάλι εποίκιλε, πάντως γύρω στο ένα μέτρο ήταν. Το νερό από το αυλάκι συγκεντρώνονταν σε μια . . . Περισσότερα

μυλωνάς (ο)

όνομα εντόμου χρώματος σταχτόμαυρου, που ζει στις χλωροσιές και είναι δυσώδες το φυτό βούπλευρο, κοινώς ανεμοπύρωμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυλωνᾶς /ὁ/ (μύλος -ώνειος) = ὁ μυλωθρός, ὁ ἐργαζόμενος τὸν μῦλον, τὸ ἔντομον βούπρηστις (φέρον εἰς τὸ ἄνω καὶ ὀπίσθιον τοῦ θώρακος ἀπόχρωσιν ἐπιπάσεως ἀλεύρου). Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

μυξίτης (ο)

ψευδάνθρακας, πρίσμα, κοινώς καλόγερος. Θεραπεύονταν με διάφορα σκευάσματα. Έβαναν επάνω στο πονίδι κατάπλασμα (μπλάθρι) που γινόταν από κοπανιστό λινόσπορο, βρασμένο με γάλα: Έτερον: τοποθετούσαν ψητό κρεμμύδι. Έκαιγαν στη φωτιά ένα μεγάλο κρεμμύδι, έβγαναν την καρδιά του, την άνοιγαν, την πασπάλιζαν με τριμμένο σαπούνι μπουγάδας κι έβαναν το παρασκεύασμα επάνω στον . . . Περισσότερα

μυριστικά

τα λουλούδια των κήπων , όπως οι γαρυφαλιές οι τριανταφυλλιές, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, η μέντα κ.λπ. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

μύρλα

Μύρλα /ἡ/ (μύρω) = κλαυθμηρισμὸς ὀχληρός, μινύρισμα, γκρίνια (βλ. λ. μήρλα).

μυρμηγκιάζω

μουδιάζω γεμίζει ο τόπος από μυρμήγκια. μτφ: πλήθος ανθρώπων μεγάλο, όπως τα μυρμήγκια. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Β΄: “Μυρμήγκιαζε η Αρβανιτιά. Τ΄ άλογο του βριόνη / τους διχωρίζει εδώ κι εκεί και τους δαγκάει την πλάτη

μυστακοδέτης

σύνεργο του καλλωπισμού των ανδρών για την περιποίηση και το σάξιμο του μουστακιού. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

μυτάω

ορμώ προς τα κάτω. φράσεις: “Το όρνιο εμύτησε σα βέλος από ψηλά και κάθισε σ΄  ένα δέντρο” – “τι καράβι εμύταε ολοένα στη θάλασσα”.

μυτιάζω

δοκιμάζω, τρώγω κάτι. φράση: “δεν το μύτισα καθόλου” = δεν το ‘βαλα καν στο στόμα μου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυτιάζω = δοκιμάζω, δέν μύτιασα τό φαγητό μου (δέν δοκίμασα τό φαγητό μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής βλ. και μητιάζω

μυτίζω

Μυτίζω § Μέσ. Ἐνσκήπτω εἴ τι ἔργον ἢ πρᾶγμα μέχρι τῆς μύτης (τῆς ῥινός). Π. ἐμύτισε ’ς τὸ φαγί, ’ς τὸ γράψιμο κτλ. Φ. ἔπεσε μὲ τὴ μύτη = ἐπεδόθη ὁλοψύχως εἴς τι ἔργον. Ἐκ τούτου τὸ σύνθετον καταμυτίζω μὲ ἐνεργ. σημασ. = καταβάλλω. Π. τὸν κατεμύτισε = τὸν κατέβαλε· . . . Περισσότερα

μυτοτσάπι

τσαπί με μυτερό για σκάψιμο άκρο, ατσάλινο, για χώματα χαλικιερά και αχαμνά χωράφια, ιδώς πλαγερά.

μυτριόποδας

Η λέξη κοινή στο χωριό, απουσιάζει απ΄ όλα τα λευκαδίτικα λεξικά, Πρόκειται για το γνωστό ζωάκι μυριόπους -ποδος και ανήκει στην ομοταξία των μυριόποδων, σαρανταποδαρούσες. Κατά την προφορά προστέθηκε πριν το -ρ- ενα -τ- κι έτσι έγινε μυτριόποδας.

μώκος (ο)

κοπάδι μικρών ψαριών, όπως το μαριδάκι, ο γαύρος και το σαρδελάκι, αλλιώς αθερίνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶκος /ὁ/ (Ἰ. muchio) = πλῆθος μικροσκοπικῶν ἰχθύων, μαριδάκι, σαρδελάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρη

μώλος (ο)

η προκυμαία του λιμανιού, η αποβάθρα, η προβλήτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶλος /ὁ/ (Τ. μόλοζ, Ἰ. mola) = λιμενοβραχίων, προβλής, κυματοθραύστης, προστατευτικὴ λιθορριπὴ ἐν τῇ θαλάσσῃ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μωλώνω

με πρόχειρη κατασκευή χώμα, πέτρες, λάσπες, ξύλα, βουλώνω ένα αυλάκι με τρεχούμενο νερό. – “Εμώλωσε ο νεροχύτης” – ” Πήγα να μωλώσω το αυλάκι”.

μώρα

Μώρα /ἡ/ βλ. λ. μόρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μώρα § ἀδιαθεσία, χαύνωσις, ἀκαταμάχητος πρὸς ὕπνον διάθεσις. Π. μ᾿ ἔπιασ᾿ ἡ μώρα = εἶμαι καταβεβλημένος ἢ βαρέως νυστάζω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

μωρὲ -ὴ

Μωρὲ -ὴ (μόρος, μορόεις, Ἀλ. ὀρὲ) = βρέ, μπρέ. (ἀνώνυμος κλητικὴ προσφωνήσεως ἐξ οἰκειότητος ἢ περιφρονήσεως).

μωροκαμπιὰ

Μωροκαμπιὰ /ἡ/ (μωρός -ιος, Ἰ. campo) = ἄνδενδρον καὶ ἔρημον πεδίον, ἐρημότοπος, ξηρότοπος.