Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μυστακοδέτης

σύνεργο του καλλωπισμού των ανδρών για την περιποίηση και το σάξιμο του μουστακιού. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

μυτάω

ορμώ προς τα κάτω. φράσεις: “Το όρνιο εμύτησε σα βέλος από ψηλά και κάθισε σ΄  ένα δέντρο” – “τι καράβι εμύταε ολοένα στη θάλασσα”.

μυτιάζω

δοκιμάζω, τρώγω κάτι. φράση: “δεν το μύτισα καθόλου” = δεν το ‘βαλα καν στο στόμα μου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυτιάζω = δοκιμάζω, δέν μύτιασα τό φαγητό μου (δέν δοκίμασα τό φαγητό μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής βλ. και μητιάζω

μυτίζω

Μυτίζω § Μέσ. Ἐνσκήπτω εἴ τι ἔργον ἢ πρᾶγμα μέχρι τῆς μύτης (τῆς ῥινός). Π. ἐμύτισε ’ς τὸ φαγί, ’ς τὸ γράψιμο κτλ. Φ. ἔπεσε μὲ τὴ μύτη = ἐπεδόθη ὁλοψύχως εἴς τι ἔργον. Ἐκ τούτου τὸ σύνθετον καταμυτίζω μὲ ἐνεργ. σημασ. = καταβάλλω. Π. τὸν κατεμύτισε = τὸν κατέβαλε· . . . Περισσότερα

μυτοτσάπι

τσαπί με μυτερό για σκάψιμο άκρο, ατσάλινο, για χώματα χαλικιερά και αχαμνά χωράφια, ιδώς πλαγερά.

μυτριόποδας

Η λέξη κοινή στο χωριό, απουσιάζει απ΄ όλα τα λευκαδίτικα λεξικά, Πρόκειται για το γνωστό ζωάκι μυριόπους -ποδος και ανήκει στην ομοταξία των μυριόποδων, σαρανταποδαρούσες. Κατά την προφορά προστέθηκε πριν το -ρ- ενα -τ- κι έτσι έγινε μυτριόποδας.

μώκος (ο)

κοπάδι μικρών ψαριών, όπως το μαριδάκι, ο γαύρος και το σαρδελάκι, αλλιώς αθερίνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶκος /ὁ/ (Ἰ. muchio) = πλῆθος μικροσκοπικῶν ἰχθύων, μαριδάκι, σαρδελάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρη

μώλος (ο)

η προκυμαία του λιμανιού, η αποβάθρα, η προβλήτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶλος /ὁ/ (Τ. μόλοζ, Ἰ. mola) = λιμενοβραχίων, προβλής, κυματοθραύστης, προστατευτικὴ λιθορριπὴ ἐν τῇ θαλάσσῃ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μωλώνω

με πρόχειρη κατασκευή χώμα, πέτρες, λάσπες, ξύλα, βουλώνω ένα αυλάκι με τρεχούμενο νερό. – “Εμώλωσε ο νεροχύτης” – ” Πήγα να μωλώσω το αυλάκι”.

μώρα

Μώρα /ἡ/ βλ. λ. μόρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μώρα § ἀδιαθεσία, χαύνωσις, ἀκαταμάχητος πρὸς ὕπνον διάθεσις. Π. μ᾿ ἔπιασ᾿ ἡ μώρα = εἶμαι καταβεβλημένος ἢ βαρέως νυστάζω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

μωρὲ -ὴ

Μωρὲ -ὴ (μόρος, μορόεις, Ἀλ. ὀρὲ) = βρέ, μπρέ. (ἀνώνυμος κλητικὴ προσφωνήσεως ἐξ οἰκειότητος ἢ περιφρονήσεως).

μωροκαμπιὰ

Μωροκαμπιὰ /ἡ/ (μωρός -ιος, Ἰ. campo) = ἄνδενδρον καὶ ἔρημον πεδίον, ἐρημότοπος, ξηρότοπος.

Click to listen highlighted text!