Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μπρόγια (η)

τα πλάγια μέσα που χρησιμοποιεί κανείς για να πετύχει κάτι. “Έβαλα γερά μπρόγια και το κατάφερα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπρόγια /τὰ/ (Ἰ. brogliare) = πλάγια μέσα, δωροδοκία ἢ φορτικὴ ὄχλησις πρὸς ἐπίτευξιν σκοποῦ. «ἔβαλε μπρόγια». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπρόδο

Μπρόδο /τὸ/ (Ἰ. brodo) = πυκνὸς ζωμὸς κρέατος ἢ ψαριοῦ, σάλτσα, καρύκευμα.

μπρόκολο

Μπρόκολο /τὸ/ (Ἰ. broccolo) = ἀνθοκράμβη, κουνουπίδι, κραμποδιφιόρι μελανωπῆς ἀποχρώσεως.

μπροστογίγγλι (το) και μπροστογύγκλι

το λουρί που περιζώνει στο στήθος του φορτηγού ζώου για να συγκρατεί το σαμάρι στον ανήφορο, να μη γέρνει προς τα πίσω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπροστογίγκλι /τὸ/ (πρόσθιος, Λ. vinculum, Ἰ. ginghia) = τελαμὼν περιβάλλων τὸ στέρνον τοῦ ὑποζυγίου πρὸς συγκράτησιν τοῦ σάγματος εἰς τὴν ἀνωφέρειαν, . . . Περισσότερα

μπροστομούνι (το)

η ποδιά. “Ανώνυμη είναι η αγαθή οικοκυρά, η οποία αφελώς πλην αυστηρώς κυριολεκτούσα ονόμασε ούτω την ποδιάν”. (Από παλιό χειρόγρ.).

μπροστοποδιά, η

Μπροστοποδιά, η: (εμπρός + ποδιά) = η εμπροστοποδιά ή μπροστέλα: η μπροστινή ποδιά στην παραδοσιακή Λευκαδίτικη φορεσιά. Εμπροσθέλα→ μπροστέλα.

μπροτοῦ

Μπροτοῦ § ταὐτὸ σημ. τῷ μπριχοῦ (ὅπερ ἰδέ)· λέγομεν ἀκόμη καὶ μπροχοῦ.

μπροτσαλίζω

παίζω με το νερό, τριγυρνώ βρέχοντας στα λασπόνερα. φράση: “Πώς μπροτσαλίζεις παιδί μου, με τέτοιον καιρό, θα πουντιάσεις”.

μπροτσολάνα (η)

η πορσελάνη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπροτσολάνα /ἡ/ = πορσελάνη, θηραϊκὴ γῆ, σινοκέραμος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης μπροτσαλάνα (ἡ): πορσελάνη, θηραϊκή γῆ, (BEN. porcelàna). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

μπρουσκάρω -ει

υπόξινος, ο στυφός, “το κρασί άρχισε να μπρουσκάρει”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπρουσκάρω (Ἰ. bruscare) = καθίσταμαι δριμύτερος, ὑπόξεινος λόγῳ ὑπερζυμώσεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπρούσκος -α -ο

κρασί με στυφή γεύση Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπροῦσκος -α -ο (Ἰ. bruscare) = δριμὺς λόγῳ ὑπερζυμώσεως, ὑπόξεινος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μπροῦσκο = χρωματιστό καί δυνατό γνήσιο κρασί. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

μπρουτσαλίζω

Μπρουτσαλίζω (Ἰ. prizzare, procellare) = παίζω ἐκτινάσσων ὕδωρ εἰς τὰ πέριξ, παίζω μὲ τὰ νερά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο Κοντομίχης έχει μπροτσαλίζω, “παίζω με το νερό”. Συνώνυμο το βρουτσουλάω. Λέμε “με βρουτσούλησες”. Ακόμα για κακοπλυμμένα ρούχα λέμε “τα μπρουτσάλησες”. Θέλει έρευνα. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

μυγιάζομαι

Μυγιάζομαι (μυΐα) = οἰστρηλατοῦμαι, ἐξαγριώνομαι ἀπὸ τὸν ἐρεθισμὸν τῆς μύγας (ἐπὶ ζῴων). ἐρεθίζομαι ἐξ ἀδόλου φράσεως τὴν ὁποίαν συσχετίζω μὲ ἐπίμεπτον πρᾶξιν ἢ ἐλάττωμά μου (ἐπὶ ἀνθρώπων). «ὅποιος ἔχει μῦγα μυγιάζεται».

μυζάω

Από-μυζάω, αρμέγω. Άσχετη η μίζα με την κακή και μηχανική της σημασία. βλ. και μυλάγω

μυζήθρα

Μυζήθρα, εἶδος χλωροῦ τυροῦ, τὸ ἀλλαχοῦ ἐνθότηρον καλούμενον. Σημ. Ἐκ τοῦ μυζάω (= βυζάνω) μύζηθρον, μυζήθρα, οἱονεὶ μυζητήριον (= βυζαστήριον), διότι τὸ σχῆμα τοῦ τυροῦ τούτου εἶνε στρογγύλον ὡς ὁ μαστός· ἐντεῦθεν ἴσως καὶ οἱ ἀρχαῖοι μαζὸν καὶ μαστὸν ἔλεγον καὶ πᾶν ςρογγύλον πρᾶγμα. βλ. καί μπ(ι)ζήθρα (η)

μυλάγω

Μυλάγω (μυζάνω) ἐμύλησα – μυλησέτο = βυζασέτο. βλ. και μυζάω

μυλαύλακο

μέρος του νερόμυλου. Είναι ένα μακρύ αυλάκι, που καμιά φορά είχε μήκος γύρω στα 300-500 μέτρα, που έφερνε το νερό από κάποια πηγή ή λαγκάδι προς το μύλο. Το βάθος και το πλάτος του πάλι εποίκιλε, πάντως γύρω στο ένα μέτρο ήταν. Το νερό από το αυλάκι συγκεντρώνονταν σε μια . . . Περισσότερα

μυλωνάς (ο)

όνομα εντόμου χρώματος σταχτόμαυρου, που ζει στις χλωροσιές και είναι δυσώδες το φυτό βούπλευρο, κοινώς ανεμοπύρωμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυλωνᾶς /ὁ/ (μύλος -ώνειος) = ὁ μυλωθρός, ὁ ἐργαζόμενος τὸν μῦλον, τὸ ἔντομον βούπρηστις (φέρον εἰς τὸ ἄνω καὶ ὀπίσθιον τοῦ θώρακος ἀπόχρωσιν ἐπιπάσεως ἀλεύρου). Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

μυξίτης (ο)

ψευδάνθρακας, πρίσμα, κοινώς καλόγερος. Θεραπεύονταν με διάφορα σκευάσματα. Έβαναν επάνω στο πονίδι κατάπλασμα (μπλάθρι) που γινόταν από κοπανιστό λινόσπορο, βρασμένο με γάλα: Έτερον: τοποθετούσαν ψητό κρεμμύδι. Έκαιγαν στη φωτιά ένα μεγάλο κρεμμύδι, έβγαναν την καρδιά του, την άνοιγαν, την πασπάλιζαν με τριμμένο σαπούνι μπουγάδας κι έβαναν το παρασκεύασμα επάνω στον . . . Περισσότερα

μυριστικά

τα λουλούδια των κήπων , όπως οι γαρυφαλιές οι τριανταφυλλιές, ο βασιλικός, η μαντζουράνα, η μέντα κ.λπ. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

μύρλα

Μύρλα /ἡ/ (μύρω) = κλαυθμηρισμὸς ὀχληρός, μινύρισμα, γκρίνια (βλ. λ. μήρλα).

μυρμηγκιάζω

μουδιάζω γεμίζει ο τόπος από μυρμήγκια. μτφ: πλήθος ανθρώπων μεγάλο, όπως τα μυρμήγκια. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Β΄: “Μυρμήγκιαζε η Αρβανιτιά. Τ΄ άλογο του βριόνη / τους διχωρίζει εδώ κι εκεί και τους δαγκάει την πλάτη

Click to listen highlighted text!