Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μαζ΄λίκα (η)

λένε το χωριάτικο τυρί, μόλις το βγάλουν από την τσαντήλα μέσα στην οποία εστράγγισε κρεμασμένο. τα μουσκεμένα ρούχα, ιδίως τα εσώρουχα του μικρού παιδιού όταν τα κατουράει. “Τρέξε και το παιδί έγινε μαζ΄λίκα”. (μαζλίκα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζ(ου)λίκα /ἡ/ (μαζάω, Σ. bεζολίκα) = τὸ σφαίρωμα . . . Περισσότερα

μάζα (η)

θάμνος με ακανθώδη φύλλα, πουρνάρι. Είναι η αγαπημένη τροφή των γιδιών. Χρησιμοποιείται για τη φωτιά των χωρικών το χειμώνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μᾶζα /ἡ/ (ὁμάς, Ἰ. mazzo, Γαλ. masse) = θάμνος πυκνὸς δασσόφυλλος (πουρνάρια, σχοιναριά, μυρτιὰ κ.τ.ὅ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαζαράκα (η)

πρόχειρο δοχείο για άντληση νερού, για το πότισμα περιβολιών κυρίως. Είναι φτιαγμένη από γίδινο δέρμα με ξύλο κόθρο (στεφάνη) ολόγυρα στο στόμιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζαράκα /ἡ/ (Ἰ. mazzerare) = δοχεῖον ἀντλήσεως ὕδατος ἐξ ἀκατεργάστου αἰγείου δέρματος μὲ ξυλίνην στεφάνην περὶ τὸ στόμιον. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

μαζουριάζω

μαζεύω από φόβο ή κρύο ή αδιαθεσία. φράση: “Μαζουριασμένονε σε βλέπω, τι συμβαίνει;” = “Εμουζάριασα από το κρύο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζουριάζω (μαζάω, Ἰ. mazza) = συμπτύσσομαι ἐκ ψύχους, δειλίας ἢ κακουχίας, συμμαζεύομαι, κουλουριάζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μαζουριάζω καὶ μαζουριάζομαι § οὐδ. Ἔχω . . . Περισσότερα

μάζωμα

Μάζωμα /τὸ/ (ὁμάς, Ἰ. mazzo) = ἡ ἐργασία τῆς συλλογῆς καρπῶν ἢ πραγμάτων, ὑπόλειμμα συλλογῆς ἀσήμαντον.

μαζώνω

εκτός από τη γενική γνωστή έννοια μαζεύω, συλλέγω κτλ, έχομε και μερικές ιδιωματικές φράσεις από το ρήμα. Πχ “θα σε μάσω στις λιθαριές”= θα σε πετροβολήσω – “Καθώς ήμουν ανεβασμένος στη συκιά, ξαφνικά κάποιος μ΄ έμασε στις πετριές” – “Έμασε ξύλο, για όλη του τη ζωή” = “Έμασα κρύο” – . . . Περισσότερα

μάζωξι

Μάζωξ(ι) (ὁμάς, Ἰ. mazzo) = συνάθροισις προσώπων, συγκέντρωσις.

μαζωχτικά (τα)

αμοιβή για το μάζεμα ελιών ή άλλων καρπών. “Θέλω τα μαζωχτικά μου!”. Σε χειρόγραφο λογαριασμό εσόδων και εξόδων του 1745/16 Οκτωβρίου (ιστορικά Αρχείο Λευκάδας), διαβάζομε: “δια μαζοχτικά των ελεόνε λ(ίρες) 15”.

μαθέ ή μαθές (επίρρ.)

λοιπόν, αλήθεια, δήθεν. “Ναι, μαθές, όπως τα λες είναι” – “Άκουσες, μαθές τι έγινε;”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαθὲ(ς) (ἅμα-δέ, δὴ) = μάλιστα, λοιπόν, εἰς ἐπίμετρον, πρὸς τούτοις δέ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Οι περισσότεροι λεξικογράφοι το ετυμολογούν από την προστακτική μάθε (ή μετοχή . . . Περισσότερα

μαθὸς

Μαθὸς /ὁ/ (μαθών) = ὁ μεμαθημένος, ὁ πεπειραμένος ἐκ μαθήσεως «ὁ παθὸς εἶναι μαθός».

μαϊνάρω

ναυτικός όρος. μαζεύω, κατεβάζω, χαλαρών, αφήνω ένα βάρος που κρατώ με το βίντσι να κάτσει κάτω. “Μαϊνάρισε το σκοινί ή τα πανιά”. διευθύνω, καθοδηγώ , καθησυχάζω, (προκειμένου για ζωηρά και ατίθασα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια). “Δεν μπορώ να τον (ή την ) μαϊνάρω με τίποτα” – “Τ΄ άλογο αγρίεψε, δεν . . . Περισσότερα

μαϊντανός (ο)

το καρυκευτικό φυτό μακεδονήσι ή πετροσέλινο το ήμερο. Ο μαϊντανός έχει θεραπευτικές ιδιότητες: “… Έπειτα πάρε πάλιν τες αψινθιές και κόψε τες, ωσάν το μεκεδονήσι και πλάσε ψωμίον και κάμε πίτταν μικρήν. Έπειτα τηγάνισε τα με λάδι και τρώγε κάθε ταχύ νηστικός τρία και υγιαίνεις” (περί εζοχάδων, γιατροσόφι – Η . . . Περισσότερα

μαΐστρος

Μαΐστρος /ὁ/ (Ἰ. Maestrale) = Βορειοδυτικὸς ἄνεμος, Σκίρων, Ἀργέστης.

μαϊτζάρω

κατευθύνω, χειρίζομαι, ποντίζω την τράτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαϊτζάρω (Ἰ. maneggiare) = χειρίζομαι, μεταχειρίζομαι, ποντίζω τὴν τράταν διὰ τῶν χειρῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαϊτζέλος -η, -ο

ένα αντικείμενο που μπορεί κανείς να το χειριστεί εύκολα. Κάτι πολύ μικρό και ευμεταχείριστο.

μακ΄δέλι (το)

είδος διχτυού της τράτας, αρκετά πυκνό. (μακδέλι) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακ(ου)δέλι /τὸ/ (Ἰ. maccatela) = τὸ ἕβδομον εἰς προϊοῦσαν πυκνότητα εἶδος τοῦ δικτύου τῆς τράτας μετὰ τὸ κασσαρέτο. Μακουδέλι / Μακδέλι Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακαράς (ο)

καρούλι, τροχαλία είδος τυχερού χαρτοπαίγνιου: “Τα ΄χασε στο μακαρά”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακαρᾶς /ὁ/ (Τ. μακαρᾶ) = πολύσπαστον, τροχαλία, καροῦλι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακεδονήσι

βλ. μαϊντανός Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

μάκι (το)

το φιλί . “Να σε κάμω μάκι”. Στον πληθ. μάκια = πολλά φιλιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκι /ἄκλ./ (Ἰ. bacio) = φίλημα, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀσπάζεσθαι. «ἔλα νὰ σὲ κάνω μάκι». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μάκια ή μάκα (η)

λέρωμα, ρύπος. φράση: “μου έκαμες μια μάκα στο σακάκι” – “Έκαμε μάκα στον τοίχο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκια /ἡ/ (Ἰ. machia) = κηλίς, ἀκαθαρσία, ρύπος. (πληθ. τοῦ «μάκι») = πολλαπλᾶ φιλήματα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακιάζω

λερώνω κάτι: ρούχο, τοίχο, πάτωμα, κλπ. Το αντίθετο, ξεμακιάζω – ξεμακιάρισμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακιάζω βλ. λ. μακιάρω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακιάρω

Μακιάρω (Ἰ. machiare) = κηλιδώνω, ρυπαίνω, στιγματίζω, λερώνω τοπικῶς.

μάκινα (η)

η μηχανή Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκ(ι)να /ἡ/ (Ἰ. machina) = μηχανή, ἐργαλεῖον πολύπλοκον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακρυλέγκας (ο)

ο άχαρος, ο άκομψος, ο μακρυλαίμης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακρ(υ)λέγκας /ὁ/ (μακρὸς-λαγγάω -ώδης) = μακρόλαιμος καὶ ἄχαρις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μακρυλέγκας = λάρυγγας, αὐτός πού ἔχει μακρύ λαιμό μέ προεξέχον τό μῆλο τοῦ Ἀδάμ. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!