Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μποτιλιόνι (το)

μεγάλη μπουκάλα για κρασί, λάδι, οινόπνευμα κλπ. Χωρούσε 6 καρτσούτσα, ενώ το μισομποτιλιένο 3. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποτ(ι)λιόνι /τὸ/ (ἐμ-πότης, Ἰ. bottiglione) = μεγαλυτέρα φιάλη χωρητικότητος 6 καρτούτσων (2 1/2 περίπου ὀκάδων). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μποτίνι

Μποτίνι /τὸ/ (Ἰ. bottino) = ὑψηλὸν παιδικὸν ἢ γυναικεῖον ὑπόδημα.

μπότσα (η)

ξύλινο ή πήλινο σκεύος για αποθήκευση και μεταφορά του κρασιού. Είχε σχήμα σφαιρικό περίπου, χωρίς λαιμό, με πλατύ στόμιο. Υπήρχαν και δερμάτινες μπότσες για την ίδια χρήση. Η μπότσα χρησίμευε και ως μέτρο χωρητικότητας υγρών, κυρίως για το μούστο. Χώραγε 2 οκάδες, υπήρχαν και άλλες που χώραγαν 1 καρτσούτσο και . . . Περισσότερα

μποτσέτα

μικρή μπότσα Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

μποτσόνι (το)

μικρό μπουκάλι, από γυαλί, μικρού έως μετρίου μεγέθους Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποτσόνι /τὸ/ (Ἀλ. bότσε -α, Ἰ. bottone) = φιαλίδιον, μπουκαλάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μποτσόνι, το: το μικρό γυάλινο μπουκάλι ή και το μπιμπερό. Μας παραπέμπει στην ρίζα ΠΟ– του ρ. πίνω, εξ ου . . . Περισσότερα

μπόττο (το)

κλέψιμο στο ζύγι ή στην τιμή του είδους που εψώνισα. “Την έπαθα, θα μο ΄βαλε μπόττο, ο κερατάς”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπόττο /τὸ/ (Ἰ. buttare) = σπατάλη, ἀσωτεία, ἀπατηλὴ προσθήκη εἰς τὸ πραγματικὸν τίμημα ὀψωνίου τινός: «μὤβαλε μπόττο». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπου

Ερωτηματικό στη φράση “πούθε μπου;”, από πού; Αρχαίο επιφώνημα, βα, μπα (και μπου). Επιφωνηματικό μόριο (Κριαράς). Σε μας το μπου, μάλλον είναι το ερωτηματικό που. Δηλαδή, από πού (μας ήρτες…)

μπουάς (το)

είδος γυναικείου γουναρικού, γούνινη μπέρτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουὰς /ὁ/ (Γλ. poil) = γουναρικὸν περιώμιον, μπέρτα ἀπὸ γοῦναν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουγάς – μπ΄γάς (ο)

ο ταύρος, το βαρβάτο βόδι. μτφ = ο γερός άντρας, ο δυνατός, ο ακμαίος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπ(ου)γᾶς /ὁ/ (Τ. bογᾶ, Ἰ. bue) = ταῦρος, βοῦς ἐπιβήτωρ, βῶδι βαρβᾶτο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουγασί (το)

ύφασμα κατασκευής γυναικείων και παιδικών φορεμάτων. Φόρεμα μπουγασί. Σε χργρ λογαριασμό εσόδων-εξόδων του 1774 της Πολυχρονίας, χήρας Νικ. Κότση, κατοίκου της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας) διαβάζομε: “σε μπουγασή γαλάζιο, ήγουν σκουτί της κοπελός, εξόδεψα μονέδα λ(ίρες) 53, σε καπλαμάδες τον πεδιόνε μπουγασένιους, εξόδιασα μονέδα λ. 63″. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

μπούγιο (το)

το βράσιμο του νερού. φράσεις: “το νερό επήρε μπούγιο, ρίξε τα λάχανα να βράσουν” – “Άμα πάρει δυο μπούγια κατέβασέ το απ΄ τη φωτιά”. θυμός, οργή, “επήρε ένα μπούγιο παραλίγο να μας βρίσει”. για τον καιρό λέμε: “είναι μοπυγιάδος”, δηλ. έχει κακοκαιρία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπούγιο . . . Περισσότερα

μπούζι (το)

κρύος παγωμένος. “Το νερό είναι μπούζι, δεν πίνεται”. ομίχλη, καταχνιά με πρωινό πάγο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπούζι /τὸ/ (Τ. μποὺζ) = πάγος, ὁμίχλη, παγερός, κατάψυχρος, παγωμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπούζος (ο)

η σχισά το διχτυού της τράτας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποῦζος /ὁ/ (Ἰ. buso) = σχίσιμον εἰς τὸ δίκτυον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουκ΄βάλα (η)

φρέσκο τυρί ανακατεμένο με τυρί. (πατσούρι) (μπουκβάλα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουκουβάλα /ἡ/ (Ἀλ. bούκεα, Ἰ. balia;) = φύραμα νωποῦ ἄρτου καὶ τυροῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μποῦκος

Μποῦκος /ὁ/ (Ἰ. buco) = τὸ κάτω μέρος τοῦ στομίου ἀπὸ τὸν σάκκον τῆς τράτας.

μπουκούνι (το)

κομμάτι ψωμιού ή τυριού ή κρέατος. Όταν μας στενοχωρούν στο τραπέζι λέμε: “Έφαγα ένα μπ΄κούνι κρέας και μου το ΄βγαλες από τη μύτη”. Τα μπουκούνια από το ψωμί παλιότερα δεν τα πετούσαν, τα φύλαγαν για τους διακοναρέους. (μπκούν) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπ(ου)κοῦνι καί  Μπικοῦνι /τὸ/ (Ἰ. . . . Περισσότερα

μπούλ(ι)γα

Μπούλ(ι)γα /ἡ/ (Ἰ. bugliulo -one) = σάκκος ἐκ δικτύου μὲ στόμιον ἐκ ξυλίνης στεφάνης διὰ τοῦ ὁποίου παραλαμβάνεται τὸ ἁλίευμα ἀπὸ τὸν σάκκον τῆς τράτας εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνέλκυσίν της.

μπούμ΄στος (ο)

κορυφή Ακαρνανικού βουνού μτφ.: ο παχύσαρκος και άχαρος άνθρωπος. φράση: “έγινε μπούμ΄στος” ογκώδες και άχρηστο αντικείμενο που μας εμποδίζει. “Τι τονε θες εκεί αυτόν τον μπούμστο, πέταξέ το να αδειάσει ο τόπος”. Βλ, και μπούμστρο

μπούμπος (ο)

το στομάχι των ορνιθοειδών. μτφ: η σιωπή, ο σκασμός: “Να βγάλ΄ς το μπούμπο” – “Βγάλ΄το μπούμπο τώρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποῦμπος /ὁ/ (πομφός; Ἰ. pubo;) = ὁ στόμαχος τῶν πουλερικῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπούμπουλας

Μπούμπουλας § ὁ κάνθαρος. Σημ. Ἰδ. μπουρμπουλυάζω. βλ. μπουμπούλι (το) καί  μπούρμπ(ου)λας

μπουμπούλι (το)

έντομο, παράσιτο των οσπρίων, ιδιαίτερα της φακής. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουμποῦλι /τὸ/ (Ἀλ. bρούμbουλι) = τὸ παράσιτον τῶν ὀσπρίων ἔντομον βροῦχος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Έντομο των οσπρίων, ιδίως φακής (σε μας παρατσούκλι χωριανού). Ο Λάζαρης έχει αλβανική μπρουμπούλι. Ο Κριαράς, μπούμπουλας, βλ. μπάμπουλας, . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!