Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Λ

λιτάρι (το) και λ(η)τάρι

το σκοινί με το οποίο δένουν κρατούμενο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λ(η)τάρι καί λ(ι)τάρ(ι) /τὸ/ (εἰλέω -ητός, Ἀλ. λjιτάρ-ι, Σ. λιτὰρ) = τὸ σχοινὶ ποὺ δένουν ἄνθρωπον, δεσμόν. λτάρι / λητάρι Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

λιτός ή λυτός (ο) ή ανάλατο (το)

το μέσα λίπος (γλίνα) του γουρουνιού με το οποίον έκαναν – αφού το ζέσταιναν στη φωτιά – εντριβές σε πρησμένους αδένες, μαγουλίτες, ξύλιασμα νεύρων, δάγκωμα φιδιών κλπ. Σε χειρίγρφο γιατροσόφι διαβάζομε: “Εις δάγκωμα όφεως ή άλλου ζώγου φαρμακερού. Κοπάνισον το δερμάτι του όφεως με γλίνα χοίρου και βάλε το”. (Η . . . Περισσότερα

λίτρα (η)

μέτρο βάρους που χρησιμοποιούσαν στα Επτάνησα μέχρι το 1956 περίπου. Ισούται με 112 δράμια ή 453 γραμμάρια. λίτρα ή λίρα = ενετικό νόμισμα. Υποδιαίρεση σε 10 γαζέτες και κάθε γαζέτα σε 20 σολίδια. “Έκαμα λογαριασμό και έχο εξοδιασμένο σε αποκριάτικα και πασχαλιάτικα του δασκάλου και Κιράτζας έος σήμερον … λ(ίτρες) . . . Περισσότερα

λιτρουβιό

συγκρότημα μηχανημάτων για την επεξεργασία της ελιάς και την παραγωγή λαδιού (ελαιτριβείο)

λιχνίζω

ξεχωρίζω τον καρπό από το άχυρο, με το κορπολόι, μετά το ανέμισμα με δικριάνια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λιχνίζω § καθαρίζω τὸν σῖτον ἐν τῇ ἅλῳ χωρίζων αὐτὸν τῶν ἀχύρων. Ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται ἢ διὰ σαρώθρων κατασκευαζομένων ἐκ τῆς ἀκάνθης, ἥτις καλεῖται χάλι (τὸ)  καὶ πληθ. . . . Περισσότερα

λο(γ)ένι

Λο(γ)ένι /τὸ/ (Π. Τ. λεγέν, Σ. λεγκέν, Ἀλ. λjεγjέν-ι) = λεκάνη τοῦ νιψίματος, χέρνιβον, νιπτὴρ φορητός. λοένι / λογένι

λογαριασμός (ο)

από τη λέξη έχομε μερικές ιδιωματικές φράσεις: “Δε βρίσκεις άκρη και λογαριασμό!” – “Δε σου βρίσκω λογαριασμό” , δηλ. δε σου  βρίσκω άκρη, τι θέλεις, τι κάνεις. – “Εμείς οι δυο θα λογαριαστούμε” – “Δεν έχω λογαριασμούς με κανένα”, δηλ. δεν έχω μπερδέματα, διαφορές. – “Τον έβαλα σε λογαριασμό” = . . . Περισσότερα

λόγγα (η)

ναυτικός όρος = μεγάλη θάλασσα, φουσκοθαλασσιά. Λέμε: “λόγκα θάλασσα” = τρικυμία μεγάλη. “Λόγκος πάρλα” = φλυαρία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λόγγα /ἡ/ ἐπίθ. (Ἰ. longa) = μακρά, πλατειά, μεγάλη. «λόγκα θάλασσα» = φουσκοθαλασσιά, πλατειά τρικυμία. «λόγκα πάρλα» = μακρὰ συζήτησις, φλυαρία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

λογγώνω

Λογγώνω («λόγγος») = δασοῦμαι, μένω ἀκαλλιέργητος καὶ ἀναπτύσσω θαμνώδη βλάστησιν, εἰσδύω εἰς δάσος ἢ θαμνώδη τόπον πυκνόφυτον.

λογιάζω

σκέπτομαι, υποθέτω, λογαριάζω. Το παθητικό λογιέμαι=λογαριάζομαι, θεωρούμαι. Φράση: “Το λογιάτε η αφεντιά σας;”.

λογύρι (το)

συνήθως λέμε τα λογύρια = οι μικροδουλειές, τα μικροσυγυρίσματα του σπιτιού. φράση: “Έχω ένα σωρό λογύρια να κάνω¨. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λογῦρι /τὸ/ («λογυρίζω») = ἡ διαρκὴς περιφορὰ πρὸς ἐργασίαν, ἡ λόγῳ ἐργασίας ἀλλαγὴ θέσεων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

λογυρίζω

κινούμαι διαρκώς απ΄ τη μια δουλειά του σπιτιού στην άλλη. φράση:”λογυρίζεις και λογυρίζεις, κάτσε να σε δούμε και λίγο”. Σε μοιρολόγι του νησιού: “Ωχ τι με λογυρίζετε σαν κι ήρθα από τον Άδη. / Κι εγώ τώρα συντάζομαι να πάω στον κάτω κόσμο.” (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ 153). Λεξικό . . . Περισσότερα

λοζώνω

μαζεύομαι, λουφάζω, κρύβομαι. “Τον κυνηγούσαν οι Ιταλοί, αλλά τους ξέφυγε και λόζωσε σε μια φουντωσά θάμνων”. φράση: “Έπιασε δυνατό ανεμόβροχο και λόζωσα σε μια κουφάλα ελιάς”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λοζώνω (Ἰ. loggia) = πτύσσω, συγκεντροῦμαι ἀκίνητος καὶ σιωπῶν οἱονεὶ κρύπτων τὴν παρουσίαν μου. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

λοιδοριά (η) και λοιδωριά

είδος θάμνου αειθαλούς που μοιάζει με το πουρνάρι. Τα φύλλα του αποπνέουν βαριά και άσκημη οσμή. Κατά τη λαϊκή παράδοση από το ξύλο της λοιδοριάς, που είναι γνωστή περισσότερο ως αλιντουργιά, έφκιασαν το σταυρό που σταύρωσαν τον Ι. Χριστό. Γι΄ αυτό και α) δεν το δοκιμάζουν τα ζώα και β) . . . Περισσότερα

λόμπα, λόμπος και λούμπα

λάκκος, κοίλωμα εδάφους, συνήθως γεμάτο νερό. μεταφορικά: “Έπεσε στη λούμπα”, δηλ. απέτυχε, έχασε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λόμπα καὶ λοῦμπα /ἡ/ (λομβός; Ἰ. libare;) = ὄρυγμα, κοίλωμα, ἐσωχή, λακκοῦβα, ἐμπίεσμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Λόμπα ἤ λόμπος = βαθούλωμα στό ἔδαφος πού κρατάει νερό (λοῦμπα). Το . . . Περισσότερα

λόμπος (ο)

μεγάλη λούμπα. Οι λόμποι ήταν γνωστοί σε κάθε χωριό και πολύ χρήσιμοι για πλύμα, πότισμα ζώων και άλλες πολλαπλές ανάγκες. Έχομε και τους μικρούς λόμπους που παίζοντας έφκιαναν τα παιδιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λόμπος (λομβός; Ἰ. libare;) = ὄρυγμα, κοίλωμα, λίμπα πλήρης ὕδατος ἢ ἄλλου . . . Περισσότερα

λόντσα

προεξοχή της στέγης μπροστά στο οικήμα, υπόστεγο, προστώο. “λόντσα-λόντσα”: περπατώντας κάτω από τις λόντσες της αγορας της πόλης. βλ. λότζα (η)

λορόϊ

Λορόϊ /τὸ/ = ὡρολόγιον, ρολόγι (κατ᾿ ἀναγραμματισμόν).

λοσταρία

Λοσταρία /ἡ/ (Ἰ. l’osteria, T. λοσταρία) = καπηλεῖον, ἀκαταστασία, εὐτέλεια ἐπιπλοσκευῆς.

Λότα

“Σιόρα Λότα”, ίσως με μεταφορική σημασία. Στα ιταλικά lotta σημαίνει διαφωνία, μάλωμα διαμάχη

λότζα (η)

το υπόστεγο, η στοά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λότζα /ἡ/ (Ἰ. loggia, Σ. λόdζα, Ἀλ. λόνdσε-α) = στοά, πρόστοον, ὑπόστεγον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης λότζα (ἡ): ἰσόγειος χῶρος, ὑπόστεγος καί ὑπόστυλος, στοά, (ΒΕΝ. loza, logia, IT. loggia). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

λουβί (το)

ένα “αδέρφι” του κεφαλιού του σκόρδου. Το κάθε λουβί αποσπάται χωριστά προκειμένου να χρησιμοποιηθεί και έχει δικό του σκληρό περίβλημα. φράση: “Έβαλα και δύο λουβιά σκόρδο στο φαΐ μας”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λ(ου)βὶ /τὸ/ = λόβιον, ἄτομον συνθέτου καρποῦ: «ἕνα λουβὶ σκόρδο». Τα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!