Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξεκαμπ(ι)ζέλωτος -η -ο

εκείνος που δε φορούσε, παλιά, την καμιζόλα του, που ήταν είδος γελέκου, αντρικού και γυναικείου, που φοριόταν με την παραδοσιακή λαϊκή φορεσιά του νησιού. Δεν ήταν ευπρεπές να μη φοράει κανείς την καμπ΄ζέλα του. Κι όταν αργότερα αντικαταστάθηκε η καμπ΄ζέλα απ΄ το σακάκι, έμεινε η φράση. Σήμερα ξεκαμπζέλωτος σημαίνει χωρίς . . . Περισσότερα

ξεκαμπίζω

έρχομαι από κάπου, εμφανίζομαι ξαφνικά. φράσεις: “Πούθε μας ξεκάμπισες;” “Τώρα ξεκάμπισε αυτό το … φρούτο;” (ειρωνικά) για πονηρούς ανθρώπους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Το ρήμα γραμματικά είναι ξεκαμπίζω και σημαίνει οδηγώ στον κάμπο, βγάζω σε ξέγναντο μέρος (Κριαράς). Έχει όμως και ιδιωματική σημασία όπως σε μας. . . . Περισσότερα

ξεκάνω

πουλάω ένα κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. “Το ξέκαμα το κοπάδι μου, γιατί δε μου απέδιδε μεγάλο κέρδος” – “ξέκαμα το αμπέλι” = το πούλησα. εχθρεύομαι μέχρι θανάτου κάποιον, σκοτώνω. Απειλή: “Κάτσε φρόνιμα γιατί θα σε ξεκάμω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκάνω (ἐκ-κάμνω) = ἐκποιῶ, ἀπαλλοτριῶ, ἐξαφανίζω, . . . Περισσότερα

ξεκαπνίζω

Βγάζω τις καπνιές, μουτζούρες από καπνό, αλλά και γενικότερα αράχνες και ό,τι άλλο λερώνει το σπίτι, ιδίως το μπουχαρί και τη γωνιά.

ξεκατελώνω

Ξεκατελώνω = (εκ+κατελώνω) = εκ βρωμίζω, ξεβρωμίζω, απομακρύνω τη βρωμιά, καθαρίζω. βλ. κατελώνω

ξεκηπίδι -δια

τα τελευταία απομεινάρια από τη σοδειά του κήπου: καρποί, κηπευτικά, φρούτα, λαχανικά κλπ. φράση: “Εμάζεψα κάτι ξεκηπίδια”.

ξεκηπίσματα (τα)

λέξη ειρωνική όταν συνοδεύεται με το “καλά ξεκηπίσματα”. Λέγεται όταν δεν υπάρχει απαντοχή για καλή έκβαση των υποθέσεών μας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκ(η)πίσματα (ἐξ-κῆπος) = ἡ λῆξις παραγωγικῆς ἐποχῆς κηπευτικῶν, κάμψις ἱκανοτήτων δράσεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεκλιάρης

Ξεκλιάρης § ὁ ἔχων κλίσιν ἢ ἕξιν εἰς τὸ φορεῖν ξεσχισμένα ὶμάτια. Σημ. ἰδ. ’ξυπολιάρης. βλ. καί  ξεσκλιάρης 

ξεκόβω

απομακρύνω κάποιον από “κακές παρέες”. Γενικά, απομακρύνω, ξεχωρίζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκόβω (ἐκ-κόπτω) = ἀποχωρίζω, ἀποσπῶ, ἀπομακρύνω, καθορίζω ποσοτικῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεκολιάζω

Ξεκολιάζω (ἐκ-κολεὸς-κωλὴ) = θραύω ἢ τρυπῶ τὸν πυθμένα δοχείου, διαφθείρω δι᾿ ἀσελγείας ἢ συνουσίας.

ξεκολλώνω

ξεριζώνω ένα φυτό, δέντρο, θάμνο κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκολώνω (ἐκ-κολεός, κολλάω -ῶ) = ἀποκολλῶ, ξερριζώνω, ἀποσπῶ ριζικῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξέκοπα (επίρρ)

μίσθωση κτήματος “κατ΄ αποκοπήν”. Η μίσθωση γινόταν πάνω στο σύνολο της σοδειάς του κτήματος, κι ο μισθωτής υποχρεωνόταν να δώσει στο τέλος της συγκομιδής ορισμένο ποσόν σε είδος ή χρήμα. Το ποσό αυτό καθόριζαν οι εκτιμητές. Στις μισθώσεις αυτού του είδους ο μισθωτής σε περίπτωση καταστροφής της σοδειάς από θεομηνία, . . . Περισσότερα

ξεκορούπωτος (ο)

χωρίς σκούφο, χωρίς καπέλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκ(ου)ρούπωτος -η -ο (ἐκ-κόρρη, κορύπτω) = ἀκάλυπτος τὴν κεφαλήν, ξεσκούφωτος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξεκορρούποτος = ξεσκούφωτος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ξεκουκουρίζω

Ξεκουκ(ου)ρίζω (ἐκ-κορέω -ῶ, κείρω) = καθαρίζω, παστρεύω, καταστρέφω νεόφυτον δι᾿ ἀποσπάσεως φύλλων καὶ βλαστῶν.

ξεκουμπίζω – ομαι

Λέμε ξεκουμπίσου, φύγε δηλαδή. Ρήμα αμετάβατο, Οι γλωσσολόγοι πιθανολογούν την προέλευσή του από το αρχαίο εκκομίζω, διώχνω, απομακρύνω (έχει σχέση και με κουμπί!). Γιατί όμως να μη σχετίζεται με το ακουμπίζω (ακουμπώ) και την πρόθεση εκ; Ο Μπαμπινιώτης έχει ρήμα ακουμπάω – ώ. Ο Δημητράκος “ξεκουμπίζω” Λοιπόν ακουμπώ κάπου και . . . Περισσότερα

ξεκουρβουλώνω

κόβω τα κλαδιά ή αποσπάω τα ριζίδια του φυτού, το κάνω κούρβουλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκουρβ(ου)λώνω (ἐκ-κύβηλις; Ἰ. curvolineo) = κολοβώνω, ἀποκόπτω τοὺς κλάδους καὶ τὰ φύλλα, καθιστῶ «κούρβουλο». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεκουτάλεμα

Ξεκ(ου)τάλεμα /τὸ/ (ἐκ-κοτύλη) = ἡ ἐλάττωσις τοῦ φαγητοῦ ἀπὸ τὴν χύτραν δι᾿ ἐπανειλημμένων δοκιμῶν μὲ τὸ κουτάλι.

ξεκρουπώνω

βγάζω το καπέλο μου, ξεσκουφώνομαι. “Γιατί είσαι ξεκρούπωτος;“. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκ(ου)ρουπώνω (ἐκ-κόρρη, κορύπτω) = ἀποκαλύπτω τὴν κεφαλήν, ἀφαιρῶ τὸν πῖλον ἢ ἄλλο οἱονδήποτε κάλυμμα τῆς κεφαλῆς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεκωλιάζω

χαλάω ένα δοχείο από έλλειψη προσοχής, το τρυπάω. Η λέξη γενικεύεται σε πολλά αντικείμενα, σε καθετί που κακοποιούμε ή καταστρέφουμε. ασελγώ, διαφθείρω.

ξελαγανιασμένος -η

έκπνοος, μόλις ανασαίνω. ΒΑΛ. ΦΩΤ. Β΄: “τηνέ φιλεί γλυκά γλυκά και ξελαγανισμένη / πετιέται ευθύς στον οβορό…”.

ξελαγάρω

καθαρίζω, ξεθολώνω, γίνομαι διαυγής, αλλά και διευκρινίζω. φράση: “Εξελαγάρ΄σε το κρασί” – “εξελαγάρ΄σε η υπόθεση”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξελαγάρω –ίζω (ἐκ-λαγαρός, Ἰ. Luce-iare;) = καθαρίζω, καθιστῶ διαυγές, ξεκαθαρίζομαι, διαυγάζομαι, διευκρινίζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξελακάω και ξελακίζω

διώχνω κάποιον, να φύγει μακριά. “Τον εξελάκισα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξελακάω –ίζω (ἐκ-λακίζω) = ἀποδιώκω, ἀπομακρύνω βιαίως, καταδιώκω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε και ξελάκου. Δεν έχει σχέση με λάκκους. Αλλά με το αρχαίο ρήμα λακώ, και λακίζω (συνήθως στον αόριστο). Σημαίνει φεύγω τρεχάτος . . . Περισσότερα

ξελάκου (επίρρ.)

τον πήρε στο κυνήγι, διώχνοντας τον βίαια. “Αν δεν τον έπαιρνε στο ξελάκου, δεν έφευγε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξελάκου /ἐπίρ./ (ἐκ-λακίζω) = καταδιωκτικῶς, κυνηγητά: «τὀν ἐπῆρε ξελάκου» = τὸν ἀπομάκρυνε καταδιώκων. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Επίρρημα. Λακώ, φεύγω τρέχοντας. Λέμε: τον πήρε στο . . . Περισσότερα

ξελακώνω

σκάφτω βαθιά, βγάζοντας πέτρες και ρίζες, αν τύχουν, για να καλλιεργήσω αμπέλι. βγάζω τα χώματα γύρω απ΄ τις ρίζες ορισμένων φυτών για να ποτιστούν ή να λιπανθούν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξελακώνω (ἐκ-λάκκος) = ἀνασκάπτω βαθέως, ἀφαιρῶ τὰ περὶ τὴν ρίζαν φυτοῦ χώματα. Τα Λευκαδίτικα — . . . Περισσότερα

ξελασκάρω

χαλαρώνω, ανακουφίζομαι, τελειώνω τους κόπους, προσωρινά. “Ε, λίγο ξελασκάραμε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξελασκάρω (ἐκ-Ἰ. lascare) = ἀνίημι, χαλῶ, ἐλαφρύνω τὸ δέσιμον ἢ τὸ ἐνόχλημα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξελάστρα

Ξελάστρα /ἡ/ (ἐκ-Ἰ. lastra) = ἔδαφος ἐπίπεδον κἄπως ὀλισθηρόν. τόπος ὁμαλός, ἄδενδρος, ἀποπτικός.

ξελέγω

Ξελέ(γ)ω (ἐκ-λέγω) = ἀναιρῶ τὰ λεχθέντα; «λέω καὶ ξελέω», (ἐξελέγχω) = διευθετῶ διένεξιν μετ᾿ ἄλλου δι᾿ ἀμοιβαίων ἐξηγήσεων: «ἐκάτσανε τζὰ καὶ τὰ ξελέξανε».