Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξυφαίνω

τελειώνω το υφαντό στον αργαλειό. Τότε έκοβαν τα διασίδια με το ψαλίδι. Μια λαϊκή πρόληψη: “Την ώρα αυτή να μην είναι κανείς πάνω στο σπίτι, γιατί θα κοβόταν η ζωή του΄”. Όταν το υφαντό ήταν λινό το πήγαιναν στη θάλασσα ή στο λαγκάδι για να το λευκάνουν. Το είχαν δε . . . Περισσότερα

ξύφαλος

το φυτό ξυλαλόη, κοινώς αγάλοχον Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

ξώδερμα ή ξώθερμα (επίρρ.)

επιπόλαιος τραυματισμός, εξωδερμικός. φράση: “με πήρε η σφαίρα ξώδερμα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξώδερμα καί ξώθερμα /ἐπίρ./ (ἔξω-δέρμα) = ἐξωδερμικῶς, ἐπιπολαίως, ξώπετσα, ἀκροθιγῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξωθιός (επίρρ.)

ευχετικό = κακό μην πάθεις. φράση: “Μπα ξωθιός σου, παλικαράκι μου!”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξωθιὸς (ἔξωθί σου) = κακὸ νὰ μὴν πάθῃς, μακρυὰ ἀπὸ σένα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ευχετικό, κακό να μη σου συμβεί. Το “ξω” είναι κατά τον Μπαμπινιώτη “αχώριστο μόριο ως . . . Περισσότερα

ξωκάπ΄λα (επίρρ.)

όταν κανείς κάθεται στα καπούλια του υποζυγίου. φράση: “Ο πατέρας μου καθόταν στο σαμάρι του αλόγου μας και εγώ ξωκάπλα”. Το λένε και πισωκάπουλα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξωκάπ(ου)λα /ἐπίρ./ (ἔξω-Λ. scapula) = β. λ. Πισωκάπουλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξώκαρδα

Ξώκαρδα /ἐπίρ./ (ἐκ, ἔξω-καρδία) = χωρὶς ἐγκαρδιότητα, χωρὶς ἐνθουσιασμόν, ἀδιαφόρως, ψυχρῶς.

ξωμπλιάζω

Ξωμπλιάζω: (εκ + πίμπλημι = είμαι πλήρης) = αδειάζω, συνεκδοχικά κατηγορώ, κουτσομπολεύω.

ξωτικό (το)

απαντά κυρίως στον πληθυντικό = φαντάσματα, δαιμονικά της λαϊκής φαντασίας, τα στοιχειά.

ξώφαλτσα (επίρρ.)

μόλις και με έθιξε, με πήρε ξώδερμα, επιπόλαια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξώφαλτσα (ἔξω-Ἰ. falso) = ἀκροθιγῶς, κατ᾿ ἐφαπτομένην, ἐπιπολαίως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!