Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

κράση

Αυτός λέμε είναι (ή έχει) γερή κράση. Η λέξη είναι φυσικά γενικότερη και ελληνική. Χρησιμοποιείται ευρύτατα και στο χωριό. Με ρώτησε σχετικά φίλος χωριανός στη συνέλευση του συλλόγου. Ας την ξέρουμε. Είναι λοιπόν απ΄ το αρχαίο κεράννυμι, που θα πει ανακατώνω δυο ή περισσότερα πράγματα. Από δω και το νεώτερο . . . Περισσότερα

κρασογυάλι

γυάλινο δοχείο (μποτίλια) αποκλειστικά για κρασί Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

κρασόζ(ου)πα

Κρασόζ(ου)πα /ἡ/ (κρασί – Ἰ. zuppa) = τεμάχια πυρωμένου ἄρτου βρεχόμενα ἐντὸς οἴνου μὲ προσθήκην ὀλίγου ἐλαίου. (πρόχειρον θερμαντικὸν δεῖπνον τῶν πτωχῶν χωρικῶν).

κρασόψωμο (το)

θεραπευτικό σκεύασμα, πολτοποιημένο ψωμί με κρασί. Χρησιμοποιείται ως επίθεμα-κατάπλασμα σε μώλωπες και “βαρεματιές”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρασόψωμο /τὸ/ («κρασὶ»-ψωμὸς) = πολτὸς ἐξ ἄρτου καὶ οἴνου ὡς ἐπίθεμα καταπραϋντικὸν εἰς μωλωπισμοὺς καὶ διαστρέμματα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρατιῶμαι

Κρατιῶμαι (κρατέω) = συγκρατοῦμαι, διατηροῦμαι, ὑποφέρομαι, παραλύω.

κρεατοφάσουλα (τα)

ποικιλία φασολιών, με καρπό σε χρώμα καφέ και γεύση κρέατος. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

κρεββάτια (τα)

τα κρεββάτια του γάμου = το φόρτωμα και το επιμελημένο στήσιμο των προικιών (=του ρουχισμού) πάνω στ΄ άλογα σε σχήμα κρεβατιού και η μεταφορά τους στο σπίτι του γαμπρού, στο ίδιο ή και σε άλλο χωριό. Πίσω από τα “κρεββάτια” ακολουθούν οι γυναίκες με τα έπιπλα και τα χαλκώματα, που . . . Περισσότερα

κρεββατομουρμουρίστρα (η)

η γυναίκα που μουρμουρίζει, γκρινιάζει, στο κρεβάτι δίπλα στον άντρα της. Λαϊκό σατιρικό: “”η μεθύστρα, η τριγυρίστρα / η κρεββατομουρμουρίστρα”.

κρεββατοστρώσι -ια (τα)

το στρώμα του κρεβατιού, γιομάτο μαλλιά που έπαιρνε η νύφη προίκα. Συνήθως έπαιρναν 2 ή 3 στρώματα, σπάνια 4. Σε προικοσύμφωνα συχνά το συναντάμε ως: “κρεββατοστρώσι στρώμα” ή απλώς “στρώμα -τα”. Προικοσ. του 1750, Νο 175, χωριό Βαυκερή: “Κρεββατοστρώσια στρώματα τέσσερα, το ένα μάλλινο”. Σε άλλο του 1764, Νο.271 (Ιστορικό . . . Περισσότερα

κρεδέντσα (η)

εμπιστοσύνη, έγγραφη βεβαίωση, τ αξιόπιστο. “Δεν το ΄χω καμιά κρεδέντσα”. – “Δεν είναι για κρεδέντσα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδέντσα /ἡ/ (Ἰ. credenza) = ἐμπιστοσύνη, πίστωσις, ἔγγραφος βεβαίωσις. «δὲν τὤχω κρεδέντσα». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρεδέρομαι

έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον, τον εμπιστεύομαι. “Δε σε κρεδέομαι ο,τι κι αν μου λες” – “Δε με κρεδέρεσαι; και για ποιον λόγο;”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδέρομαι (Ἰ. credere) = ἐμπιστεύομαι, βασίζομαι, ἐφησυχάζω ἐπί τινι. «δὲ σὲ κρεδέρομαι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Συνήθως αρνητικά, . . . Περισσότερα

κρέδιτο (το)

έχω εμπιστοσύνη στο λόγο κάποιου, υπόληψη, κύρος, ενέχυρο, δάνειο, πίστωση. Σε κτγρφ. του 1718, Νο 3 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: “μένουν δια κρέδιτον εις την χήραν ριάλια εκατόν εξήντα” (Η Λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά, σελ. 147). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρέδ(ι)το /τὸ/ (Ἰ. credito) = ἐμπιστοσύνη, πίστωσις, . . . Περισσότερα

κρεμ(υ)δολόγος

Κρεμ(υ)δολόγος /ὁ/ = τὸ ἔντομον πρασοκουρίς, κρεμμυδοφάγος, κρεμμυδᾶς. κρεμδολόγος / κρεμυδολόγος

κρεμάθα ή κρεμάθρα (η)

σανίδα κρεμασμένη απ΄ τα ματέρια της οροφής με δυο σκοινιά ή σύρματα, που πάνω έβαζαν οι παλιοί τα καρβέλια του ψωμιού, μόλις βγαλμένα απ΄το φούρνο. σταφύλια, ιδίως από κληματαριές, κρεμασμένα απ΄ τα ματέρια του σπιτιού, για να διατηρούνται φρέσκα. Επίσης κυδώνια, καλαμπόκια, ρόδια κ.ά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

κρέμαση (η)

μέρος του νερόμυλου που λέγεται και σκάφη. Ήταν ένας σχεδόν κάθετος αγωγός, μια χωάνη ας πούμε, που ξεκινώντας από το ύψος του νεροκράτη κατέληγε κάτω από το πάτωμα του μύλου. Η κρέμαση ή σκάφη περίσσευε πάνω από το μύλο από 5 μέχρι 10 μέτρα ανάλογα με την ποσότητα του νερού, . . . Περισσότερα

κρεμάσματα ή κρεμενάλια (τα)

Τοποθεσία της Εξάνθειας, σιμά στη θέση Ντουγάνα. Λαϊκό δίστιχο: “και πέρα στα κρεμάσματα το λένε κρεμενάλια”. Εκεί Τούρκοι και Εγγλέζοι κρεμούσαν τους εγκληματίες.

κρεματοστόμπολα -ες

μαντήλι του κεφαλιού γυναικείο, μπόλια ή ομπόλια. Μεταξύ κρεμοστόμπολας και μαντηλιού υπήρχε μια διαφορά και ως προς το μέγεθος και ως προς τη διακόσμηση. Γι΄ αυτό και βρίσκομε στο ίδιο προικοσύμφωνο μαζί τις δύο λέξεις. Π.χ. προικοσ. του 1718: “κρεμαστόμπολες πέντε, η πρώτη συρματερή, η δεύτερη μαντήλι με χρυσάφι …. . . . Περισσότερα

κρεματσουλιώμαι

κρέμομαι πιασμένος με τα χέρια από κάπου, π.χ. από ένα κλαδί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεματσ(ου)λιῶμαι (κρεμάννυμαι) = κρέμαμαι κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν, κατέρχομαι ἀπὸ ὕψους κρεμάμενος διὰ τῶν χειρῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρεντιτόρος (ο) και κρεδ(ι)τόρος

ο πιστωτής, αυτός που αναμένει κάτι που του χρωστάνε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδ(ι)τόρος /ὁ/ (Ἰ. creditore) = πιστωτής, δανειστής. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

κρένω

Κρένω βλ. λ. κραίνω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε: αυτός (η) δε μ΄κρένει (μιλάει). Η λέξη μας είναι κι αυτή η μεσαιωνική κρένω που προέρχεται από το αρχαίο κρίνω. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει το λαϊκό δίστιχο: “Αγγέλω μ΄ κρένει η μάνα σου, δεν ξέρω τι σε θέλει”. και λέει . . . Περισσότερα

κρεπάρω

υποφέρω από μεγάλη στενοχώρια, “σκάω απ΄ το κακό μου”, υποφέρω από μεγάλη ζέστα. φράσεις: “θα κρεπάρω, δε βαστάω άλλο, με τούτα και μ΄ εκείνα” – “εκρεπάρ΄σα απ΄ τη ζέστα” – ” θα κρεπάρει απ΄ το πολύ φαΐ” – “το σακί εκρεπάρ΄σε, το παραγιομίσατε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

κρέπι (το)

μεταξωτό κεφαλομάντηλο ή σπαλέτα (μαντήλι του μπούστου και των ώμων) των γυναικών που φορούν την παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά, τα “ρωμαίικα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρέπι /τὸ/ (Γλ. crêpe, Ἰ. crepone) = τὸ μετάξινον περιώμιον (σπαλέττα) ἢ τὸ τρίχαπτον κάλυμμα τῆς κεφαλῆς (πέπλος) τῆς πολυτελοῦς ἐγχωρίας στολῆς . . . Περισσότερα

κρέτσ(ου)λο

Κρέτσ(ου)λο /τὸ/ (Ἰ. creciolo, crescere) = αὐτοπεποίθησις, δύναμις, θάρρος: «δὲν ἔχει κρέτσουλα ν’ ἀνεβῇ τὴ σκάλα». κρέτσουλο / κρέτσλο

κρηάς ή κρηάσι (το)

το κρέας. φράση: “Σεπάσου γιατί φαίνεται το κρηάσι σου”. Σε παλιό γιατροσόφι “χειρούργου” διαβάζομε: “Και ωσάν ξεκολήσω το κρηάς από το κόκκαλον, ευθύς βάνω απάνω εις το κόκκαλο ολίγο ξαντό στεγνό και από πάνου βάνω μακαρούνια από ξαντό μουσκεμένα εις το ασπράδι του αυγού …” Σε χργρφ ονειροκρίτη από χωριό . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!