Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

καβαλλοσκούτι ή σαμαροσκούτι (το)

ρούχο χοντρό υφαντό, που ‘βαναν στο σαμάρι των υποζυγίων (ιδίως του αλόγου και μουλαριού), όταν επρόκειτο να πάνε με ζώο σε σε πανηγύρι, σε γάμο, σε επίσκεψη συγγενών σε άλλο χωριό (στα πιστρόφια), ή στη Χώρα. Δηλ. είναι το στόλισμα του σαμαριού μια και ο αναβάτης είναι και αυτός γιορταλλαμένος. . . . Περισσότερα

καβαλλουρίζω

αναρριχώμαι στην κορυφή μαντρότοιχου ή σε στέγη χαμώγιου σπιτιού , ή σε δέντρο κλπ. Φράσεις : “Ακούς να καβαλλουρίσ’ τον τοίχο, το παλιόπαιδο, να μ’ φάει τα σταφύλια!” – “Στο δρόμο η γίδα εκαβαλλούρισε στην ελιά και μου ‘καμε ζημιά”, δηλαδή εδώ σημαίνει ότι η γίδα σηκώθηκε στα πισινά της . . . Περισσότερα

καβάλο πιάνκο

ξύλινο κατασκεύασμα σε σχήμα ανοιχτής σκάφης προς τα κάτω πάνω στο οποίο ράβδιζαν τους συλληφθέντες την εποχή της Αγγλοκρατίας στα αστυνομικά τμήματα

καβαλουρώνω

Καβαλουρώνω (Ἰ. cavallo) = ἀναρριχῶμαι ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοίχου ἢ ἄλλου ὑψηλοῦ ἀντικειμένου.

καβαντζάρω

ναυτ. όρος, παρακάμπτω επικίνδυνο ακρωτήριο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβαντζάρω (Ἰ. cavo-giro-are) = παρακάμπτω ἀκρωτήριον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

κάβγια (η)

ποικιλία μικρού κρεμμυδιού Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κάβγια /ἡ/ (Ἰ. cavoloq caviglia;) = ποικιλία κρομμύου μικροτέρα εἰς μέγεθος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καβδόλιο (το)

βρομιάρης, απισχνασμένος, αηδής Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβδόλιο /τὸ/ (κατὰ-βδόλος -ειος) = ἐκτρωματικός, ἀτροφικός, ἀηδής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καβιαγάδα

Η χωρίστρα της ανδρικής κόμμωσης. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό επίθετο cavus-a-um που θα πει κοίλωμα και αυλάκι (άρδευσης). Μετωνυμικά (=άλλη σχετική λέξη) , κενός, που μας πάει στη χωρίστρα, που αφήνει ένα κενό (αυλάκι) ανάμεσα στα μαλλιά. Για μια πετυχημένη – τότε – καβαγιάδα απαιτούνταν μπόλικη μπριγιαντίνη (καλλυντικό . . . Περισσότερα

καβίλια (ἡ)

γόμφος μεταλλικός ἤ ξύλινος ἄξονας γιά συγκρά­τηση ἤ περιστροφή, (ΒΕΝ. caviglia). βλ. καί γκαβίλια (ἡ)

καβούκι (το)

όστρακο χελώνας, αστακού κ.λπ. μ.τ.φ.: “Εμπήκε στο καβούκι του” = μαζεύτηκε στο σπίτι του από φόβο. “Τον απείλησα και από τότε μπήκε στο καβούκι του”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβοῦκι /τὸ/ (Τ. καbοὺκ) = φλοιός, περικάρπιον, κέλυφος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καβούλι (το)

τόπος συνάντησης , ύστερα από συμφωνία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβοῦλ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. καbούλ, καbὶλ) = συμφωνία συναντήσεως, σημεῖον συναντήσεως, ῥαντεβοῦ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καγιανή (η)

λαχανόπιτα, που αντί φύλλα πάνω και κάτω , βάνουν χυλό αλευριού ή καλαμποκάλευρου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καγιανὴ /ἡ/ ((κάγκανος, Τ. καϊγανᾶ, Σ. καϊgάνα) = λαχανόπιττα μεταξὺ δύο στρωμάτων χυλοῦ ἀλεύρου ἢ ἀραβοσίτου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καγκάγι -ια

σάπιο αντικείμενο, κορμός σάπιος, κατάλληλος μόνο για φωτιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης καγκά(γ)ι -α /ἡ/ (καγκανέος -α) = πρᾶγμα ξηρὸν καὶ σαθρὸν κατάλληλον μόνον πρὸς καῦσιν, πρᾶγμα ἄνευ ἀξίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καγκελλάριος (ο)

ο γραμματέας: π.χ. “δημουλάς λάις – καγκελάριος της μικρής κρίσης” ( = το κατώτερο δικαστήριο). Αρχειακό. βλ. Λ.Λ.Φ., σελ.149

καγκέλλο (το)

γραφείο συμβολαιογράφου. Στα Επτάνησα οι συμβολαιογράφοι άρχιζαν έτσι: ” ενεφανίσθει…εις το καγκέλλον εμού του νοταρίου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καγκέλο /τὸ/ (Ἰ. cancello) = γραφεῖον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

κάδη (η)

ξύλινο δοχείο πλατύτερο επάνω και ανοιχτό. Σ’ αυτό πάνω έστηναν την πατητήρα για το πάτημα των σταφυλιών, ή αποθήκευαν ελαιόκαρπο κ.ά.π. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κάδη /ἡ/ (κάδος) = ξύλινον δοχεῖον ὑγρῶν (βυτιοποιΐας) μὲ στόμιον εὐρύτερον τοῦ πυθμένος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καδή(ε)να (η) και καδίνα (ἡ)

αλυσίδα – καδένες (καδήενα) υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία, από τις χοντρές ασφαλείας μέχρι τις λεπτότατες, χρυσές η ασημένιες, γυναικείες ή αντρικές, διακόσμησης. Καδένες στα παλιά ρολόγια (οι Αμερικάνοι), καδένες στα γελέκια τους οι παλιοί χωρικοί, καδένες στους λαιμούς τους οι γυναίκες (και με σταυρό στη μέση). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

καδη(ε)νάτσο και καδινάτσο (τό)

αμπάρα – σύρτης, σιδερένιος ή ξύλινος για την ασφάλεια της εξωτερικής πόρτας του σπιτιού (καδηενάτσο) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καδ(ι)νάτσο /τὸ/ (Ἰ. cantenaccio) = σιδηροῦς μοχλὸς ἀσφαλίσεως τῆς θύρας, ἀμπάρα, σύρτης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης καδινάτσο (τό): μπάρα, σύρτης πόρτας (ΒΕΝ. caenazzo, ΙΤ. catenaccio). Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

καδηνέλλα (η) και καδινέλλα -ες

ξύλινο δοκάρι, μοχλός στηρίξεως στο ένα φύλλο της πόρτας του σπιτιού, και όργανο απειλής: “Θα πάρω την καδ’νέλλα και θα σου σπάσω τα πλευρά” – “Κάτσε καλά γιατί θα αρπάξω την καδ’νέλλα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καδ(ι)νέλλα /ἡ/ (Ἰ. catenella) = ξυλίνη δοκίς, ξύλινο πηχί. Tα . . . Περισσότερα

καδοπάτηρο (το)

συνδυασμός κάδης και πατητήρα. Η πατητήρα τοποθετούνταν πάνω στην κάδη και ο πατητής όρθιος στην πατητήρα ζούπαγε τα σταφύλια με τα πόδια του κι έπεφτε όλο το υλικό στην κάδη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καδοπάτ(η)ρο /τὸ/ (κάδος-πατέω, πατητὴρ) = ἡ κάδη ποὺ δέχεται τὸ γλεῦκος τῶν . . . Περισσότερα

κάδος (ο)

κάδος ως μέτρο βάρους, χωρούσε 8 κουβέλια. Το κουβέλι χωρούσε 9 οκ. και 300 δραμ. Σε χργρ. του 1744 (Ιστ. Αρ. Λ.) διαβάζουμε : “Επήρα σιτάρι δια το σπίτι κάδους τρης”.

καδούλι (το)

το καδούλι, που το χρησιμοποιούσαν μόνο σε μερικά χωριά ήταν ψηλόστενος κάδος για τη μεταφορά σταφυλιών με κάρα. Σ’ ένα κάρο έβαζαν -ανάλογα-  6-8 καδούλια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καδοῦλι /τὸ/ = ὑψηλὸς στενὸς καδίσκος χρησιμοποιούμενος ἄλλοτε ὁμαδικῶς διὰ τὴν μεταφορὰν νωπῶν σταφυλῶν ἐπὶ διτρόχου ἱππηλάτου . . . Περισσότερα

καζάνι

Καζάνι /τὸ/ (Τ. Σ. (καζὰν) = μετάλλινον δοχεῖον, λέβης, μεγάλη χύτρα.

καζάντια (τα)

κέρδος μεγάλο, ευπορία. Συνήθως λέγεται ειρωνικά. “Όλα κι όλα, αυτά ήταν εφέτος τα καζάντια μας” – “Είδαμε και τα δ’κά σ’ τα καζάντια, έγνοια σ’ ” – ” Τέτοια καζάντια, να μ λείπ’νε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καζάντια /ἡ/ (Τ. καζαντὶ) = ἄφθονον κέρδος, εὐπορία, πλοῦτος. . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!