Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Φ

φαρδίνι (το)

αγγλικό νόμισμα, κέρμα που ισοδυναμούσε με το 1/4 της αγγλικής πένας. Εθεωρούνταν νόμισμα της πεντάρας.

φαρίνα

Φαρίνα /ἡ/ (Ἰ. farina) = λευκὸν λεπτότατον ἄλευρον ἐξαιρετικῆς ποιότητος.

φαρμακλίδι (το)

ονομασία – όχι και τόσο περίεργη – του καφέ. “Έπια ένα φαρμακλίδι” ή “Φκιάσε στην κουμπάρα ένα καφέ να πιεί” και η γυναίκα απαντά: “φκιάσε μ΄ παιδί μ΄ ένα φαρμακλίδι”. Ίσως συνδέουν τον καφέ με το θάνατο, με τις κηδείες οπότε, πρόσφεραν τον “συγχωρητικό” καφέ κατ΄ έθιμο, τον λεγόμενο “καφέ . . . Περισσότερα

φαρμακόπετρα (η)

ιαματική πέτρα που την έβαναν πάνω σε δαγκωματιά φιδιού, κι αφού απορροφούσε το δηλητήριο, έπεφτε από μόνη της. Ύστερα την έριχναν σε λεκάνη με νερό και ξερνούσε δηλητήριο. Μια τέτοια πέτρα υπήρχε στο Σπαρτοχώρι, στην οικογένεια του δασκάλου Βασίλη Κατωπόδη, που την πήρε – μαζί με τ΄ άλλα – ως . . . Περισσότερα

φαρομαν(η)τὸ

Φαρομανητὸ /τὸ/ (Ἰ. fare-mania) = ὁμαδικὴ θορυβώδης εὐθυμία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Να μια λέξη “πολιτογραφημένη” περισσότερο στην πόλη της Λευκάδας (μπουρανέλικη). Τη λέγαμε και εμείς στο χωριό ευρύτατα. Ακούμε: Χάλασε ο κόσμος απ΄ το (τα) φαρομανητά (της νεολαίας). Ή αυτός καημένη μου φαρομανάει ενώ ο άλλος καίγεται, . . . Περισσότερα

φαρομανάω και φαρουμανάω

εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια, χειρονομίες, χαχανητά κ.λπ., κάνω φαρομανητό. Η λέξη λέγεται κυρίως για τα ζώα, ιδίως τα άλογα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαρομανάω (Ἰ. fare-mania) = θορυβῶ ἐν εὐθυμίᾳ μετ᾿ ἄλλων, χαχανίζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Φαρουμανάω = παιδιαρίζω ἐκβάλλω χαρούμενες φωνές, αὐτός φαρουμανάει . . . Περισσότερα

φαρσὶ

Φαρσὶ (Ἀ. Τ. φαρισὶ) = εὐχερῶς, εἰς ρέουσαν γλῶσσαν, ἀπροσκόπτως.

φαρφαλιάρης-α

ο πολυλογάς, ο ανόητος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαρφαλιάρ(η)ς -α (Ἰ. farfallino, Τ. φαρφαρὰ-λὴκ) = φλύαρος, κοῦφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαρφείον

φυτόν που ομοιάζει ωσάν πλατοκύμινο, βασιλικόν ιατρικον εις κάθε πόνον και σφάκτην του σώματος και εις την ποδαγρίαν και χεραγρίαν και εις κάθε πόνον οπού έρχεται από κρύωμα. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

φασίνα

Φασίνα /ἡ/ (Ἰ. fascinare, Σ. φαζίνα) = δέσμη ἀκραίων κλαδίσκων.

φαστιδιάρω και φαστίδιο

κατέχομαι από δυσφορία. Ουσιαστικό: φαστίδιο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαστ(ι)διάρω (Ἰ. fastidire) = προξενῶ ἄσην, προκαλῶ ἐνόχλησιν ἢ δυσφορίαν, δυσφορῶ, ἐνοχλοῦμαι, ἀποστρέφομαι. Φαστίδιο /τὸ/ (Ἰ. fastidio) = ἄση, δυσφορία, ἀδημονία, ἐνόχλησις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δυσφορία. Ίδια η ιταλική λέξη pastidio, σκοτούρα, πλήξη, ναυτία. . . . Περισσότερα

φαταούλας

ο φαγάς, ο αχόρταγος. μτφ.: ο ανικανοποίητος οικονομικά, που επιδιώκει επέκταση της περιουσίας του. Λέγεται φαταούλας ακόμη κι εκείνος που επιδιώκει να κερδίσει πάση θυσία εργαζόμενος νυχθημερόν.

φάτο

“απάνω στο φάτο”: τη στιγμή της πράξης, πάνω στο γεγονός

φατούρα (η)

κατασκευή και πληρωμή έργου. Τεχνικός όρος των οικοδόμων κτιστάδων. “Αυτά τα μιστρίσματα θα τα κάνομε φατούρα”, δηλ. πέρα πέρα χωρίς να αφαιρέσομε τα ανοίγματα. Συνώνυμος όρος είναι το “σεντόνι” των ελαιοχρωματιστών. φράση: “θα πληρωθούμε – λένε – σεντόνι”, δηλ. χωρίς να αφαιρέσομε τα ανοίγματα, πόρτες – παράθυρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου . . . Περισσότερα

φατσάδος -α -ο

αμετροεπής, αναιδής. “μούτρο φατσάδο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φατσάδος -α -ο (Ἰ. faccia) = ἀδίστακτος, ἐλευθερόστομος, ἀπροσποίητος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φατσολέττο (το)

αντρικό κεφαλομάντηλο της παραδοσιακής φορεσιάς των αντρών στο νησί. Το ΄λεγαν και κεφαλοδέτι και μπόλια. Ήταν μικρότερο απ΄ το γυναικείο και τετράγωνο: Το ΄φερναν “βόλτα” στο κεφάλι τους και το κόμπιαζαν πίσω. Το χρώμα του ήταν μαύρο, καφέ ή γαλάζιο με μαύρες βούλες. Το μαύρο το φορούσαν οι νεότεροι, γιατί . . . Περισσότερα

φατσόνα (η)

εγωπαθής, ψωροπερήφανος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φατσόνα /ἡ/ (Ἰ. faccia) = τετυφωμένη ὄψις, ἐπηρμένον ὕφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φάττο (το)

η πράξη, το έργο, το επεισόδιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φάττο /τὸ/ (Ἰ. fatto) = ἔργον, πράξις, γεγονός, ἐπεισόδιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φεγγίδι (το)

μάτι, οφθαλμός. Η λέξη σπανίζει. Έχομε όμως τη φράση: “Θα στα βγάλω εγώ τα φεγγίδια, έννοια σου, να μείνεις στραβός”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φεγγίδ(ι) /τὸ/ (φέγγος -ώδης) = τὸ ὄργανον τῆς ὁράσεως, ὁ ὀφθαλμός: «θὰν τ᾿ βγάλω τὰ φεγγίδια». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!