Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Φ

φυό (το)

το πολύ τσουχτερό κρύο. “Αυτό δεν είναι αγριοκαίρι, είναι φυό, παιδί μου” καταστροφή στις καλλιέργειες λόγω κακοκαιρίας ή ασθενειών. “Καταστράφηκαν τ΄ αμπέλια , λες κι έπεσε φυό”. Κατάρα: “Να σε πάρ΄ το φυό”.

φυράω ή φυραίνω

γίνομαι ελαφρότερος, χάνω βάρος, έχω φύρα – “εφύρασαν τα ανοίγματα” και “εφύρασαν τα μυαλά του”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)ράω (Ἰ. furare) = ἐλαφρύνομαι, ἀνακουφίζομαι, χαλαροῦμαι. Φ(υ)ραίνω (Ἰ. furare) = ἀπομειοῦμαι, ὑφίσταμαι ἀφαίρεσιν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυρὶ-φυρὶ

Φ(υ)ρὶ-φ(υ)ρὶ (θυρὶ-θυρὶ) = ἐπιμόνως, ἀνενδότως, ὀχληρῶς, προκλητικῶς.

φυρὸς -ὴ -ὸ

Φ(υ)ρὸς -ὴ -ὸ (Ἰ. furare, furo) = ἐλλιπής, οὐχὶ ἐφαρμοστός, χαλαρός, ἡμιάνοικτος.

φυσερό (το)

συσκευή για το τειάφισμα φυσητή συσκευή για τα καμίνια των χάβρων (=σιδηρουργών). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)σερὸ /τὸ/ (φυσάω) = ἐργαλεῖον θειώσεως τῶν ἀμπέλων συνεκπέμπον ἀέρα, φυσητικὸν ὄργανον διὰ τὴν πυρὰν τοῦ σιδηρουργοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φύση (η)

το ανδρικό μόριο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φύσ(ι) /ἡ/ (φύσις, Ἰ. fiso, fuso) = τὸ γεννητικὸν μόριον τοῦ ἄρρενος, τὸ ἀνδρικὸν πέος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυσομανάω

φυσάει μανιωδώς ο αγέρας έκφραση υπερβολικά θυμωμένου ανθρώπου αναπνέω με δυσκολία, ασθμαίνομαι Φυσομάνημα – φυσομανητό Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)σομανάω (φυσάω-μαίνομαι, μανία, μένος) = ἀσθμαίνω, πνευστιῶ, λαχανιάζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυσούνα (η)

ήταν ένα κομμάτι καλάμι τρυπημένο εσωτερικά, στους κόμπους, με στόμιο, που μ΄ αυτό φυσούσαν τη φωτιά να ανάβει καλύτερα. Ο πληρέστερος προς τη φωτιά κόμπος είχε πιο στενή τρύπα, για να βγαίνει με δύναμη ο αέρας. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

φυσοῦνι

Φ(υ)σοῦν(ι) /τὸ/ (φυσάω) = καλάμινος αὐλὸς μὲ μικροτέραν ὀπὴν (ἐπὶ κόμβου) κατὰ τὸ ἔξω ἄκρον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται τὸ ἄναμμα τῆς πυρᾶς δι’ ἐμφυσήσεως ἀνθράκων, ἰσχυρὸς ἄνεμος.

φύτρος

Φύτρος /ὁ/ (φύω) = νεόβλαστον, μόλις προβάλλον βλάστημα.

φώλι (το)

το αυγό που το αφήνομαι μέσα στη φωλιά ή και το ομοίωμά του, για να παραπλανάει τις κότες και να πηγαίνουν στη φωλιά να γεννήσουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φῶλ(ι) /τὸ/ (φωλεὰ) = τὸ προσφώλαιον ᾠόν, τὸ αὐτὸ ποὺ ἀφίνομεν μόνιμον εἰς τὴν φωλεάν. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

φωτερό (το)

το φως, το φανάρι. Τα φωτερά του αυτοκινήτου Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φωτερὸ /τὸ/ (φῶς, φωτίζω) = τὸ φῶς, τὸ φωτίζον, τὸ μακρόθεν ὁρώμενον φωτεινὸν πρᾶγμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φωτίκι (το)

τα ρουχαλάκια του προσκομίζει ο νονός στο νεοβάπτιστο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φωτίκ(ι) /τὸ/ (φῶς, φωτικὸν) = ἕκαστον τῶν κατὰ τὸ βάπτισμα δωρουμένων ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου εἰς τὸν νεοφώτιστον ἐνδυμάτων. «τὰ φωτίκια». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν είναι φυσικά λευκαδίτικη (και καρσάνικη επομένως) η . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!