Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Φ

φράντζα (η) και φραντζασμένος – φραντσασμένος

αφροδισιακή ασθένεια. Συνταγή θεραπείας ( βιβλίο γιατροσοφιών Θεόφ. Κατωπόδη): ” το χελιδόνιον είναι ένα βασιλικόν βοτάνι … Λέγει ο Διασκουρίδης πως η ρίζα του να την πίνει με το κρασί ή και με ανθόσπορον εκείνος οπού έχει πόνον της φράντζας και υγιαίνει”. Φρατσασμένος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

φραντσέτα (η)

είδος πλέξιμου της μάλλινης χοντρής χειμωνιάτικης μπέρτας. Έχει αραιό και διακοσμητικό πλέξιμο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φραντσέτα /ἡ/ (Ἰ. frangiare) = περίαπτον, πολυτελὲς πλεκτόν, περίραμμα στολισμοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φράξος (ο)

το φυτό μελία, κοινώς μελιός ή φλαμουριά Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φράξο /τὸ/ (φράσσω) = κλάδος χρησιμοποιούμενος πρὸς κατασκευὴν φράκτου, (Λ. fraxinus) = μελία ἡ ὄρνος, φλαμουριά. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φρεγάδα

Μια λέξη που την χρησιμοποιούμε στο χωριό. Γυναίκες κυρίως, γιατί αυτές αφορά ο χαρακτηρισμός και η προσφώνηση “φρεγάδα μ΄” και που οι Λευκαδίτες Λάζαρης και Κοντομίχης δεν την καταγράφουν. Φρεγάδα και φρεγάτα είναι ως γνωστόν ένα όμορφο πολεμικό πλοίο, αλλά η λέξη μεταφορικά στη λαϊκή γλώσσα σημαίνει, κατ΄ αναλογίαν, “γυναίκα . . . Περισσότερα

φρεζές (ο)

η χωρίστρα των μαλλιών, των αντρών και των γυναικών Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρεζὲς /ὁ/ (Ἰ. fregiare) = ἐπιμελὴς χωρίστρα ἀνδρῶν μὲ ἀκραῖον περίστρεμμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Φρεζές, ο: η χωρίστρα στα μαλλιά, εκ του ρ. φράσσω = φράζω, δια φραγμού περικλείω, πυκνώς παρατάττομαι, εξ . . . Περισσότερα

φρεμενέλα (η)

σιδερένιο έλασμα που μπαίνει στα παραθυρόφυλλα και βοηθάει στο να ανοιγοκλείνουν, κοινώς μεντεσές. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρεμενέλα /ἡ/ (Ἰ. framezzare) = γιγγλυμός, ἀγκιστροφόρος ἢ διάτρητος στροφεὺς θρυφύλλου ἢ παραθυροφύλλου, ρεζές, μεντεσές. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης φρεμενέλα (ἡ)  στροφεύς θυρῶν ἤ παραθύρων, μεντεσές, (ΒΕΝ. fermer, . . . Περισσότερα

φρεμενιάρω

Φρεμενιάρω (Λ. fremo, Ἰ. fremine) = γογγύζω, στενάζω (Λ. femendo) = ζυμώνω ἀλευροφύραμα πρὸς ἀρτοποίησιν.

φρενεζία (η)

φωνασκίες, ταραχή, θόρυβος μέγας. “Σταμάτα, χριστιανέ μου και μου σήκωσες φρενεζία”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρενεζία /ἡ/ (Ἰ. freneria) = φρενῖτις, παραφροσύνη, φρενοβλάβεια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φρεσκαδούρα (η)

δροσερός και δυνατός άνεμος “Έβαλε απότομα φρεσκαδούρα¨. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρεσκαδοῦρα /ἡ/ (Ἰ. frescatura) = πρόσφατος ἰσχυρὸς ἄνεμος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φρεσκάρω

Φρεσκάρω (Ἰ. frescare) = πνέω, φυσῶ, ἀναζωογονῶ, ἀνακαινίζω, δροσίζω. «ἐφρεσκάρσ’ ὁ ἀέρας» = ἐδυνάμωσεν ὁ προσφάτως ἀρξάμενος ἄνεμος.

φρέσκο

Φρέσκο /τὸ/ (Ἰ. fresco) = δρόσος, δροσιά, ψύχρα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Εδώ μεταφορικά η φυλακή, μάλλον το κρατητήριο. Είναι το ιταλικό fresco(το δροσερό). Και “απόψε θα την βγάλεις στο φρέσκο”.. Τη λέξη (όπως και τόσες άλλες) μας την κληροδότησαν οι Ιταλοί στην κατοχή του ’40-’41. Οι παλιοί . . . Περισσότερα

φριγαδέλι

Φριγαδέλ(ι) /τὸ/ (φρύγω, Ἰ. fegato-ello) = συκωτάκι ψηνόμενον εἰς τεμάχια περιτυλιγμένα μὲ ἐπίπλουν «πάναν». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Φριγαδέλια = ἐκλεκτοί μεζέδες πού παρασκευάζονται ἀπό τά συκωτάκια καί τά γλυκάδια ἀμνοεριφίων καί ψήνονται σέ ὀβελίσκους. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

φρόκαλο (το)

ακαθαρσίες, κόπρανα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρόκαλο /τὸ/ (ψύρω-κᾶλον) = προϊὸν σαρώματος, ἀκαθαρσία, κόπρανον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Φρόκαλα = ἀκαθαρσίες, ἀποπατήματα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

φρονιμάδι

Φρον(ι)μάδ(ι) /τὸ/ (φρόνιμος) = παιδίον ἄτακτον καὶ ζωηρὸν (κατ’ εὐφημισμόν).

φροντάρω

περιφρονώ, αποπαίρνω, ταπεινώνω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φροντάρω (Ἰ. fronte) = προσβάλλω, ἐκδηλῶ περιφρόνησιν, ταπεινῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φρουμάζω και φρομάζει ἐφρόμαξε

λέγεται για τα άλογα, κυρίως, που όταν αναστατωθούν ξεφυσάνε τα ρουθούνια τους θορυβωδώς “τ΄ άλογο φρουμάζει, κάτι το κεντάει, φαίνεται”. ΒΑΛ., Αθ. Διάκος, Γ΄”Ακούσανε που εφρούμαζε συχνά συχνά η Αστέρω, / σαν κάτι να ΄θελε να πει κι εχτύπαε το ποδάρι …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης . . . Περισσότερα

φρουστάδος -α -ο

ο διαπομπευμένος, ο ατιμασμένος. Φρουστάδα = η αποδοκιμασμένη γυναίκα, η γυναίκα με ανήθικη συμπεριφορά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρουστάδος -α -ο (Ἰ. frustare) = προσβεβλημένος, ἀτιμασμένος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    “Η αποδοκιμασμένη γυναίκα” (Κοντομίχης). Ακριβέστερος ο Ματαφιάς: “χαριτολόγημα, η ναζιάρα, η παιχνιδιάρα” και πιθανολογεί . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!