Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

δετόρος (ο)

ο γιατρός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δετόρος /ὁ/ (Ἰ. dottore) = διδάκτωρ Πανεπιστημίου, ἰατρός, ἐπίσημος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δευτεριάτικη (η)

η ελονοσία, επειδή έπιανε ο πυρετός τον άρρωστο κάθε δεύτερη μέρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δευτερ(ι)άτικη /ἡ/ = ἐλονοσία εἰσβάλλουσα ἀνὰ δευτέραν ἡμέραν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεφέτο

Δεφέτο /τὸ/ (Ἰ. difetto) = ἐλάττωμα, ἀδυναμία, νόσημα, ἀτύχημα, χρεία.

δια

Διὰ τὸ χαρακτηριστικὸν μόριον τῶν Λευκαδίων, πολυτρόπως καὶ ἐν ἀφθονίᾳ χρωμένων = ἀμιά, τῶν Κερκυραίων, – ἀμά, τῶν Κεφαλλήνων, – γιαμά, τῶν Ζακυνθίων.

διαγουμίζω

Διαγουμίζω (διακομίζω) = διασκορπίζω, διασπαθίζω, κατασπαταλῶ, ἐξαφανίζω.

διάζομαι

τακτοποιώ το νήμα του αργαλειού βάζοντας το σε παράλληλες γραμμές. Ετοιμάζω το στημόνι για να μπει στον αργαλειό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάζομαι (διάζομαι) = εὐθετῶ τὸ νῆμα εἰς παραλλήλους γραμμάς, ἑτοιμάζω τὸ στημόνι διὰ τὸν ἀργαλειόν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Και διασίδι. Απλώνω . . . Περισσότερα

διάζωσι (η)

η γυναικεία ζώνη της παλιάς φορεσιάς: “… μια διάζωση εσημένια” (καταγραφή 1718, Νο 3 – Ιστορικό Αρχείο της Λευκάδας)

διακονεύω

ζητιανεύω, γίνομαι επαίτης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διακονεύω (διὰ-κονέω -ῶ) = ἐπαιτῶ, ζητιανεύω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ζητιανεύω. Οι δύο έννοιες, που σχετίζονται με τις λέξεις διακονώ και διακονεύω διαφέρουν ως προς τη σημασία τους. Η πρώτη σημαίνει υπηρεσία (εξ ού και διάκος) ενώ . . . Περισσότερα

διακονιά (η)

η ζητιανιά, μεγάλη φτώχεια. “Θα βγούμε στη διακονιά σε λίγο” Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Γ΄: “Τα ΄μαθα από ένα Φλάρη, / που βγαίνει τάχα διακονιά και που τον τρώγ΄ η ζήλια, …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διακονιὰ /ἡ/ (διὰ-κονέω -ῶ) = ἐπαιτεία, ζητιανιά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διακονιάρης -ισσα

ο ζητιάνος. Λέμε: “Μ΄ έκανες διακονιάρη” – με φτώχυνες. “Θα γίνουμε διακονιαραίοι με τα μυαλά που φορείς”. – “Βλέπεις πώς κατάντησε; Τον έκαμε ο τζόγος διακονιάρη”. Βαλαωρίτης, Φωτεινός Α΄: “Προσκύνα τον αφέντη σου ξεσκαλιάρη διακονιάρη”. Στα χωριά της Λευκάδας δεν έβγαιναν τόσο διακονιαραίοι για ζητιανιά όσο διακονιάρες, που μάζευαν ξεροκόμματα, . . . Περισσότερα

διακόρδιον

μαντζούνι που γίνεται από φύλλα σκορδόχορτου και από διάφορες άλλες ουσίες Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

διάκριση (η)

η καλή συμπεριφορά, ο τρόπος του φέρεσθαι. Λέμε: “Δεν έχει διάκριση καθόλου”. Δεν είναι διακριτικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάκρ(ι)σι /ἡ/ (διὰ-κρίνω) = ἐπιλογὴ τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς, εὐγένεια τρόπων, εὐλάβεια, ἀξιοπρέπεια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διαλ΄ έμπα μέσα σ΄

ο διάολος να μπει μέσα σου, φράση κοινή. Σχετικές φράσεις “διά΄λε πάρ΄τον ένανε”, δηλ. δεν υπάρχει κανείς. Προκειμένου για φρούτα: “Επήγα στη συκιά διάλεμπαρ΄ το ΄να που ΄βρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διά(ο)λ-ἔμπα-μέσα (διάβολος-ἐμβαίνω-μέσον) = βλασφημία καὶ ὕβρις μὲ ἐπίκλησιν τοῦ διαβόλου: «διάλεμπα μέσα του». Tα . . . Περισσότερα

διαλάπα (η)

καθαρτικό λαϊκής ιατρικής που έπαιρναν οι παλιότεροι και που έβγαινε από ρίζα βρασμένου φυτού γνωστού ως νυχτολουλουδιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διαλάπα /ἡ/ (ἰαλάπη) = ἐμπειρικὸν καθαρτικὸν παλαιοτέρων ἐποχῶν ἐξαγόμενον ἐκ τῆς ρίζης τοῦ ποώδους φυτοῦ «θαυμασία ἡ ἰαλάπη» (νυχτολουλουδιά). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διαλέγω

εκτός από τις γνωστές σημασίες, έχει και την έννοια του μαζεύω, συρρικνώνομαι, μικραίνω στα υφάσματα. “Το πανί της κουρτίνας διαλέει χρόνο με το χρόνο”. Τη φράση άκουσα από χωρική.

διαλούπι

Διαλούπι = φαγητό ἀπαίσιο στή γεύση, μεταφ. ἔφαγε τό διαλούπι (ἔφαγε τό σκασμό). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Διαλούπι, το = το πικρό φαγητό. Α) από την πρόθ. δια + λέπι (αρχ. ρ. λέπω = ξεφλουδίζω). Λοπός ή λόπος = φλοιός (φλούδα), κέλυφος (τσώφλι). Β) μεταφορικώς από το . . . Περισσότερα

διάνα (η)

εθιμική εκδήλωση στη Χώρα για την υποδοχή του νέου χρόνου. Ξημερώματα. Ηγείται η Φιλαρμονική και ακολουθούν ατακτούντες και φωνάζοντες πολλοί άνδρες, γυναίκες, παιδιά “εν χορδαίς και οργάνοις”.

διάνεμα (το)

στιγμιαία κίνηση, αντίληψη φευγαλέου περάσματος προσώπου ή ζώου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάνεμμα /τὸ/ (διὰ-νέομαι, διάνευμα) = ἁμυδρᾶ στιγμιαῖα αἴσθησις διελεύσεως ἐμψύχου, φευγαλέα σκιὰ προσώπου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το νεύμα, το γνέψιμο ή κατά τον Δημητράκο “σχήμα περίγραμμα κινουμένου τινός” και καλύτερα “μορφή . . . Περισσότερα

διανεύομαι

Διανεύομαι (διὰ-νέομαι, διάνευμα) = διάγω, διαβιῶ, περνῶ τὸν καιρόν μου.

διάξ΄φα (επίρρ.)

το πέρασμα κάποιου χωρίς να γίνεται αισθητός.”φράση: “Επέρασα διαξ΄φα από δίπλα του και δεν με κατάλαβε”. (διάξφα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάξ(ι)φα /ἐπίρ./ (διὰ-ξίφος) = μετὰ προφυλάξεων, χωρὶς νὰ γίνω σαφῶς ἀντιληπτός, ἀθεάτως, (οἱονεὶ διὰ μέσου διασταυρουμένων ξιφῶν). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Διάξφα- διάξφα. . . . Περισσότερα

διάξη

Διάξη = διάθεση, ὄρεξη, δέν ἔχω διάξη γιά λόγια (δέν ἔχω ὄρεξη γιά λόγια).

διαολούπι (το)

φαρμάκι, κακό, αρρώστια. Λέγεται και ως κατάρα: “Να σ΄ γέν΄ διαολούπ΄ μέσα σ΄”. ασθένεια. “Αυτό γίνεται σπυρί, άσπρο, γύρω κοκκιναδερό κι αν δεν κυβερνηθεί φέρνει το θάνατο. Αυτό γιατρεύεται να κοπανίσεις ένα χόρτο που λέγεται σασίφραγος (;) και κάνει ωσάν λουλούδια άσπρα … να τα βάνεις χλωρά απάνω εις το . . . Περισσότερα

διαορά (η)

βελτίωση της υγείας ή της ασώτου τακτικής κάποιου. φράση: “Δε βλέπω διαορά στην τσούπρα μας” = δεν αλλάζει τακτική. – “Δεν είδα καμία διαορά με τόσες ανέσες που έκαμα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διαορὰ /ἡ/ (διὰ-φορά, ραΐα) = βελτίωσις τῆς καταστάσεως νοσοῦντος. «δὲ βλέπω διαορὰ σὲ . . . Περισσότερα

διάουλος

Διάουλος = διάβουλος, ἔμπα διάουλε μέσα του (βρισιά καθαρῶς ἑπτανησιώτικη). βλ. και διαλ΄ έμπα μέσα σ΄

διάρι

το φυτό δίαρον, κοινώς ατεκνόχορτο, καλικάντσα Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

διάσελο

Διάσελο /τὸ/ (διὰ-σιλλὸς) = αὐχὴν τοῦ ἐδάφους, κορυφογραμμὴ μεταξὺ δύο ὑψωμάτων.

Click to listen highlighted text!