Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Β

βεντερούγα (η)

ραχίτιδα, κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης “Δια την βεντερούγα, πριν σαραντίσει, με ποίον τρόπο ιατρεύεται” χερόγραφο γιατροσόφι (Η Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, σελ. 91). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεντεροῦγα /ἡ/ (Ἰ. vertebra, verte-ruga) = σκολίωσις τῆς σπονδυλικῆς στήλης, ραχῖτις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    η ραχίτιδα . . . Περισσότερα

βεντούζα (η)

μικρά ειδικά ποτηράκια για την αφαίμαξη σε περίπτωση κρυολογήματος. Αφαιρούσαν απ΄ αυτά τον αέρα με αναμμένο μπαμπάκι και την κολλούσαν στην πλάτη του αρρώστου. Απ΄ το κενό αέρος της βεντούζας το σώμα εκεί, φουσκώνει και κοκκινίζει. Αν μελανιάσει πολύ το σώμα, τότε τις βεντούζες, “τις κόβουν”, δηλ. χαράζουν το δέρμα . . . Περισσότερα

βέντουλα (η)

η βεντάλια (ριπίδιον) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βέντ(ου)λα /ἡ/ (Ἰ. ventola) = ριπίδιον κυριῶν, ἀνεμιστήριον, βεντάλια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βεντριά (η)

ο γοφός, του ανθρωπίνου σώματος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεντριὰ /ἡ/ (Ἰ. ventre) = τὸ μεταξὺ πλευρῶν καὶ ἰσχύου κοῖλον, ὁ λαγώνιος βόθρος, ὁ γοφός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βέρα (η)

ο χρυσός δακτύλιος, χωρίς λίθους ή άλλο τι κοσμητικό. Η βέρα αυτή γινόταν συχνά το όργανο μαγγανείας στην προσπάθεια των κοριτσιών να προκαλέσουν προμάντεμα για τη μοίρα τους. Έπαιρναν τη βέρα μια καλής νοικοκυράς “που δεν εγνώρισε χάρο”, την έδεναν με μια τρίχα από τα μαλλιά της και την κρεμούσαν . . . Περισσότερα

βεράγκι (επιρρ.)

σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο. “Άφκε η ΄ξτιανή το σπίτι της βεράγκι και βήκε στη γειτονιά για κουτσομπολιό”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεράγκι /ἐπίρ./ (Π.Τ. βιρὰν) = οἰκία ἀνοικτὴ καὶ ἀφύλακτος, θύρα παράθυρον ἀνοικτόν: «ἄφκε τὸ σπίτ’ βεράγκι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    “Σπίτι ανοιχτό και . . . Περισσότερα

βερβελήθρα (η)

η κοπριά της γίδας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βερβελήθρρα κόπρος αἰγός. Πολὺ πιθανὸν ὅτι μετωνομάσθη σκωπτικῶς ἢ διὰ τὴν χρησιμότητά της ἐκ τοῦ βέρβερι μαργαριτοφόρου ὀστρέου, (ὡς ἐκ τοῦ δάκτυλος, δακτυλήθρα). Εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας μου, ἔστωσαν ὡς παραδείγματα, ὅτι τὴν κόπρον τῶν ἵππων καὶ ὄνων ἀποκαλοῦσι, . . . Περισσότερα

βερβερίζω

Βερβερίζω (μορμυρίζω, Τ. βὴρ-βὴρ) = ὑποτονθορίζω, ἅδω χαμηλοφώνως διὰ προσφιλῆ ξενητεμμένον.

βέργα (η)

Μικρό, λεπτό και ευλύγιστο ραβδί, κοινώς βίτσα. Οι κληματόβεργες. Οι βέργες μοσχεύματα, που κλαδεύονται από τα αμπέλια επιλεκτικά, για να φυτευτούν σε καλοσκαμμένο, βαθειά, χωράφι για τη δημιουργία νέου αμπελιού, (βλ. αμπελοφύτι). Τις βέργες αυτές τις κάνουν μάτσα και τις χώνουν στο έδαφος, για να μην ξεραθούν, ως τον Απρίλη, . . . Περισσότερα

βεργέτα (η)

μικρό κυκλικό σκουλαρίκι. Σε προικοσύμφωνο του 1825 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: “Βεργέτες μικρές δύο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεργέτα /ἡ/ (Ἰ. vergetta) = ἐνώτιον (σκουλαρίκι) ἢ δακτύλιος ἐκ λεπτοῦ σύρματος χρυσοῦ ἢ ἀργύρου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βεργί (το)

βέργα από σχιστό καλάμι, από σκοίνο ή λυγαριά, για την κατασκευή καλαθιών κ.λ.π. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεργὶ /τὸ/ (Ἰ. verga, Ἀλ. dρέγα) = βέργα καλαθοπλεκτικῆς ἐκ λυγαριᾶς, σχοίνου, ἰτέας κ.τ.τ.). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βεργολυγάω

λυγίζω, όπως η λεπτή βέργα. “Μια κόρη βεργολυγερή … ” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεργολ(υ)γάω (Ἰ. verga, Ἀλ. dρέγα-λυγόω) = λυγίζω ὅπως ἡ λεπτὴ βέργα, κάμπτομαι ἐδῶ κι’ ἐκεῖ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βερέμ(ι)κος -η -ο

Βερέμ(ι)κος -η -ο (Ἀ.Τ. βερὲμ) = ὁ ἀπὸ βερέμην προερχόμενος, κληροδοσία ἐξωτικοῦ, πρᾶγμα ἐκκειμένης κληρονομίας. (βερέμικος -η -ο)

βερέμης (ο)

ο καχεκτικός, ο ασθενικός, ο δύστροπος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βερέμ(η)ς /ὁ/ (Ἀ.Τ. βερὲμ) = πρασινοκίτρινος, καχεκτικός, φθισικός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βέρσο

Βέρσο /τὸ/ (Ἰ. verso) = τρόπος, κίνησις, κινητικὴ χάρις, κίνησις πείσματος.

βερτζεβούλης

Έτσι προφέρουν οι Καρσάνοι τον Βεελζεβούλ, τον άρχοντα των δαιμονίων, τον Σατανά των Εβραίων, οι οποίοι αποκαλούσαν χλευαστικά το Χριστό Βεελζεβούλ. βλ. και διάτανος

βερτζεούλης (ο)

ο δαίμονας, ο Σατανάς. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βερτζεούλ(η)ς /ὁ/ (βεελζεβοὺλ) = δαίμων, διάβολος, Σατανᾶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βέσβελο (το)

νήπιο αδύνατο, καχεκτικό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βέσβελο /τὸ/ (Ἰ. bisbiglio) = άσήμαντον, ἀδύνατον, νήπιον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βέστα (η)

γυναικείο φόρεμα. Φοριόταν από παλιά απ΄  τις γυναίκες της Χώρας. Σε προικοσύμφωνο του 1851 (νο 176 Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) συναντάμε: “Αντί δύο βέστες ιταλικές, ένα φόρεμα μεταξωτόν φιορίτων …”. Στα τελευταία χρόνια οι βέστες ήταν παιδικά φορέματα πολύχρωμα και αλέγρα. Υπήρχε στα “εμπορικά” και ειδικό ύφασμα λεγόμενο βέστα. Σήμερα αστειολογικά . . . Περισσότερα

βεστίρω

αγκυροβολώ το τρατοκάικο, μετά την αγκυροβόληση της τράτας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεστίρω (Ἰ. investire) = ἀγκυροβολῶ τὸ τρατοκάϊκο μετὰ τὴν πόντισιν τῆς τράτας, καὶ μέχρις ἀνελκύσεως, εἰς τὴν ἀφετηρίαν της. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βετούλα (η)

κατσίκι θηλυκό ενός χρόνου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βετοῦλα -ι /ἡ, τὸ/ (Ἰ. vitella, Τ. bετοὺλ) = τὸ ἐνιαύσιον ἐρίφιον, τὸ χρονιάρικο θηλυκὸ ἢ ἀρσενικὸ κατσίκι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βετούλι (το) και βαιτοῦλι

αρσενικό χρονιάρικο κατσίκι – “το και άλλως προβυζάτο” (Ιωάννης Σταματέλος Σύλλαβος Λευκαδίτικης διαλέκτου). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαιτοῦλι § ἐρίφιον τὸ καὶ ἄλλως προβυζαστό. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ βαίτυλος, βαιτύλιον (Σύλλ. 14. 21). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

βιάτζο (το)

περίπατος, ταξίδι: “εβήκα βιάτζο”, δηλ. βγήκα περίπατο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βιάτζο /τὸ/ (Ἰ. viaggio) = ἀποδημία, περιήγησις, ταξείδιον, περίπατος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βίγλα (η)

τόπος ψηλός απ΄ όπου κανείς μπορεί να παρατηρεί άνετα τις κινήσεις των γύρω περιοχών, κοινώς καραούλι Άγγελος Σικελιανός, Ωδή στο Βαλαωρίτη, στ.1 “Ψηλά στη βίγλα που αγρυπνώ, σαν τον καλό τσοπάνο …”. Υπάρχουν στο νησί πολλά τοπωνύμια με το όνομα Βίγλα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βίγλα . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!