Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Β

βαρδιάνος (ο)

ο σκοπός, ο φύλακας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρδιᾶνος /ὁ/ (Ἰ. guardiano) = φρουρός, σκοπός, φύλαξ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρέλλα (η)

Ξύλινο βυτίο μικρού μάλλον μεγέθους μέσα στο οποίο οι κοπέλλες του χωριού μετέφεραν νερό από τη βρύση ή τα πηγάδια. Μέτρο χωρητικότητας υγρών (οκάδες 52). Γυναίκα παχύσαρκη Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρέλλα /ἡ/ (Ἰ. barile) = ξύλινον βυτίον μετρίου μεγέθους πρὸς μεταφορὰν ἢ διατήρησιν ὕδατος εἰς . . . Περισσότερα

βαριά (η) και βαρειὰ

μεγάλη σιδερένια “σφύρα”, που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο μεγάλων λιθαριών και τον τεμαχισμό (σε σχίζες) χοντρών ξύλων με τη βοήθεια σιδερένιων σφηνών. Χρησιμοποιείται επίσης από τους σιδηρουργούς (=γύφτους, χάβρους) για την επεξεργασία εργαλείων. Γενικά η χρήση της βαριάς είναι ποικίλη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρειὰ /ἡ/ . . . Περισσότερα

βαριοπούλα (η)

μικρή βαριά Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης βαριοπούλα (ἡ): μικρή σφύρα. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

βαρκαδιά (η)

το φορτίο που μπορεί να σηκώσει μια βάρκα Μια βαρκαδιά πέτρες”. παραλλαγή: “Μια μονοξυλιά ασβέστη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρκαδιὰ /ἡ/ (Ἰ. barca) = φορτίον λέμβου, χωρητικότητος μιᾶς βάρκας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρκός -ή -ό

τόπος “βαρύς” και σχεδόν πάντα νωπός, υγρός. Η λέξη απαντά σχεδόν πάντα στον πληθυντικό: τα βαρκά. Υπάρχουν πολλά τοπωνύμια στο νησί με την ονομασία αυτή. Τα βαρκά έχουν χώματα παχειά, είναι εύφορα και ευκολόσκαφτα, ανάλογα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρκὸς -ὴ -ὸ (βαρὺς -ικὸς) = τόπος . . . Περισσότερα

βαροπούλα

Βαροπούλα /ἡ/ (βαρὺς -εῖα -πῶλος) = σφύρα θραύσεως λίθων ἢ κατεργασίας σιδήρου δευτέρου μεγέθους, ραιστήρ.

βάρσαμος (ο)

φυτό ευώδες, κοινώς βάλσαμο. Γνωστό και κατά την αρχαιότητα “ως γενικόν φάρμακον”. Μτφ: καθετί που μας αλαφρύνει τους πόνους και τις θλίψεις. Θεραπευτικά: Όταν είχαν πόνους στην κοιλιά έβραζαν βάρσαμο με μέντα και αλιφασκιά και περνούσε. Μοιρολόγι: “Βάλτε στον πάτο βάρσαμο / στις πάντες μαντζουράνα / και στην κορφή αμάραντο . . . Περισσότερα

βαρύγομο (το) και βαρ(υ)γόμια

παράπονο, βαρυγόμια ΒΑΛ. Κυρά Φροσύνη, Α΄: “Σύρε, παιδί μου, στο καλό βαρύγνωμο δε σο ΄χω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρύγομο καί βαρ(υ)γόμια /τὸ/ (βαρὺς-γόμος, γνώμη;) = παράπονον, δυσφορία κατά τινος.  Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρυόμοιροι

Βαρυόμοιροι § ὁ βαρεῖαν (ἀλοὴν) μοῖραν ἔχων, ὁ παρὰ τοῖς ἀρχ. βαρύποτμος. Σημ. Ὁ Βυζ. παραλ. τὴν λ.

βαρύσκοπος -η -ο

αυτός που δύσκολα και αργά αντιλαμβάνεται, ο βραδύνους: “Είναι βαρύσκοπος ο άνθρωπος!”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρύσκοπος /ὁ/ (βαρὺς-σκοπέω -ῶ) = ἀμβλὺς τὴν ἀντίληψιν, βραδύνους. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρυῶμαι

Βαρυῶμαι (βαρὺς) = βαρύνομαι, διατελῶ ἐν ραστώνῃ, ἐν νωχελείᾳ, δὲν ἔχω διάθεσιν δράσεως, τεμπελιάζω.

βαρώ

χτυπώ κάποιον ή ο ίδιος χτυπώ εξ απροσεξίας: “σκόνταψα και βάρεσα”. Μτφ.: παίζω το όργανό μου: “βαρώ τη φλογέρα μου” κι ακόμα “βαράει την καμπάνα” – “Η κοιλιά μου βαράει τ΄ άργανο” = πεινάω πολύ – “Η φιλαρμονική βαράει στην πλατεία” – ” Το πιοτό με βάρεσε στο κεφάλι”, ο . . . Περισσότερα

βασιλιάς (ο)

το συμπαθές έντομο των ανύπαντρων γυναικών. Είναι μικρό και πολύχρωμο. Το παίρνουν οι κοπέλες, το βάνουν πάνω στο χέρι τους, λένε ψιθυριστά μερικά λόγια ή τραγουδούν και τ΄ αφήνουν να πετάξει. Κι ανάλογα με την κατεύθυνση που θα πάρει συμπεραίνουν προς τα που πέφτει το σπίτι του γαμπρού.

βασιλόπιτα

είναι το σύνηθες γλύκισμα των εορτών, κυρίως του Α Βασίλη. Γίνεται με μούστο και μέλι

βασταγούρι (το)

λένε έτσι το γάιδαρο (σπάνια όμως) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βασταγοῦρι /τὸ/ (βαστάζω) = ὑποζύγιον, ὄνος, γαϊδουράκι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαστάρι

και καντηλοβάσταγο. Η ξύλινη βάση δίπλα από το εικονοστάσι του σπιτιού όπου έβαναν το καντήλι τους. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

βαστάω

Βαστάω (βαστάζω) = κρατῶ, φέρω, ἀντέχω, ὑποφέρω, ἀνέχομαι, διατηρῶ -οῦμαι. καί βαστιέμαι

βαστιέμαι

πιάνομαι από κάπου, αντέχω, υποφέρομαι (ή όχι), διατηρούμαι “Αν δε βαστιόμουνα από το μάνταλο της πόρτας, θα ΄τρωγα τα μούτρα μου” – “βαστιέμαι αρκετά καλά”, δηλ. από υγεία είμαι καλά. “Αυτά τα παιδιά δε βαστιώνται, μας τρελλάνανε απ΄ τις φωνές” – “Α-κειό δε βαστιέσαι βλέπω”, δηλ. είσαι πολύ ανυπόμονος. Λεξικό . . . Περισσότερα

βατέλος (ο)

ο κόκορας που βατεύει τις κότες, που κάνει μπερμπατιές με τις κότες της αυλής.

βατεύω

Βατεύω (βαίνω, βατέω, ἐπιβατέω) = ἐπιβαίνω σεξουαλικῶς, ὀχεύω, ἀπηδάω, μαρκαλίζω. (λέγεται ἐπὶ κτηνῶν).

βάτος (ο)

πυκνός και αγκαθωτός θάμνος. Συνήθως είναι αδιαπέραστος ως φράχτης, και τότε λέγεται βατσινιά. Βαλαωρίτης Η Φανερωμένη, στ. 24 : “Λαλούν τ΄ αηδόνια ξέγνοιαστα, μεσ΄ στη μυρτιά, στο βάτο / Τα δέντρα είν΄ ανθοστόλιστα, παντού χαρά κι ελπίδα.” Ο βάτος είναι και ιαματικό φυτό: ‘Έβραζαν φύλλα και βλαστάρια του μέσα σε . . . Περισσότερα

βατούμπρο

Βατούμπρο /τὸ/ = βατόμουρον, ὁ καρπὸς τῆς βάτου, τὸ φραμπουάζ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βατοῦμπρο = βατόμουρο, ὁ καρπός τῆς βατομουριᾶς. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!