Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

αγιούλι (το)

το φυτό ίον το εύοσμον. Δημοτικό τραγούδι: “αγιούλια είν΄τα μαλάκια σου κι όθε και αν πας μυρίζουν όθε περάσεις και σταθείς, αντρόγενα χωρίζουν” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άγιοῦλι:  /τὸ/ = ἴον, μανουσάκι, μενεξές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγιοῦλλι § τὸ ἴον. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ . . . Περισσότερα

αγιουλιά (η)

το φυτό που παράγει τ’ αγιούλια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγιουλιὰ:  /ἡ/ = τὸ φυτὸν ποὺ παράγει τὸ «ἀγιούλι». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἀγιουλίζω ἢ ἀϊουλίζω

Ἀγιουλίζω ἢ Ἀϊουλίζω § στίλβω, λάμπω. Π. ἀγιουλιάζουν τὰ ῥοῦχά σου = λάμπουσι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. αἰολίζω. Τί δὲ εἰπεῖν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς διφθόγγου Ἄϊ; Ταύτην ἀπαντῶμεν καὶ εἰς ἄλλας λέξεις, οἷον χαϊδεύω, γάϊδαρος κτλ. (ἰδ. Ϊ ἡδύφ.), εἰς ἃς φαίνεται ὅτι τὀ Ι παρενεβλήθη λόγὼ ἡδυφωνίας, καθότι . . . Περισσότερα

αγιουλίσιος -α, -ο

έχει το χρώμα του αγιουλιού. “μελάνη αγιουλίσια”. “αγιουλιά εσαλεύανε του λιναριού τα πεύκια (υφαντά) κάτω” Άγγελος Σικελιανός: Αλαφροΐσκιωτος, 824

ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο)

αγιούτο = βοήθεια. “δώστε του ένα αγιούτο να ξελασπώσει το κάρο” – “δώστε του ένα αγιούτο μη λάχει και αλλάξει δρόμο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο):  /τὸ/ (Ί. aiuto) = αὐτοπρόσωπος καὶ ἄμεσος βοήθεια, συναρωγή, ἐνίσχυσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγκαθός (ο)

κομμάτι καρβελιού, αγκαθωτό και από γωνία. “φάγε αγκαθό να σ’ αγαπάει η πεθερά σου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκαθὸς:  /ὁ/ (ἀ – κανθός, ἄκανθα) = τεμάχιον ἄρτου «καρβελιοῦ» κοπτόμενον ἐλλειψοειδῶς ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από την αρχαία λέξη κανθός με . . . Περισσότερα

ἀγκαστρώνω

Ἀγκαστρώνω:  (ἐν-γαστήρ, γαστρόω) = γονιμοποιῶ θῆλυ (τὸ κάμνω ἔγκυον). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγγαστρόνω § ἔγγυον ποιῶ. Κ.Ν. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐγγαστρόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζάντιος γράφει ἐγγαστρόνω καὶ Γκαστρόνω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

ἀγκελοκρούζω

Ἀγκελοκρούζω:  (ἀκίς, ἀγκύλη) = πλήσσω διὰ νύσσοντος ὀργάνου, κεντρίζω μὲ βελόνην, ἄκανθαν κ.τ.ὅ.

ἀγκελοκρούξιμο

Ἀγκελοκρούξιμο =Βίαιο καί ὀδυνηρότατο κέντρισμα, ὅπως ἀπό σκορπιό, ἀλλά καί ἀπό ὁποιοδήποτε αἰφνίδιο πλῆγμα.

αγκελώνω ή αγκυλώνω

κεντώ κάποιον με μυτερό αντικείμενο, βελόνι, αγκάθι κλπ. “πήγα να κόψω ένα τριαντάφυλλο και αγκελώθηκα”, “έκοβα βάτα και αγκελώθηκα”. Μεταφορικά: “τα λόγια αγκέλωσαν την καρδιά μου”, “τα αγκάθι που αγκελώνει δεν φαίνεται (για τους ύπουλους που μας κάνουν κακό αναπάντεχα και αιφνίδια)”, “η αγάπη είναι αγκάθι π’ αγκελώνει την καρδιά . . . Περισσότερα

αγκερίδα

Λεπτός κορμός νεαρού κυπαρισσιού που το αποφλοίωναν και το χρησιμοποιούσαν για το ράντισμα της ελιάς.

αγκερίδι (το)

μικρή βελόνα πλεξίματος με αγκιστροειδή άκρη (αιχμή). Με το αγκερίδι, πλέκουν δαντέλες, μπέρτες κ.α. πλεκτά ενδύματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκερίδι:  /τὸ/ (ἀγκυρίδιον) = βελονάκι κεντήματος μὲ κυρτὴν αἰχμήν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγκερίδι = βελονάκι κεντήματος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αγκίδα (η)

βελονοειδής, μικρή σκίζα ξύλου που απρόβλεπτα μας τραυματίζει. “μου τρύπησε το δάχτυλο μια αγκίδα στο πάτωμα” Μεταφορικά: ο πονηρός, ύπουλος και ραδιούργος, που μας ρίχνει σε έριδες. “είναι κακή αγκίδα ελόγου του”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκίδα:  /ἡ/ (ἀκίς) = ἄκανθα, αὶχμή, ἄνθρωπος ραδιοῦργος προκαλῶν διενέξεις. . . . Περισσότερα

αγκινάρα (η)

το γνωστό φυτό και το άνθος του. “Αγκινάρα με τ’ αγκάθια και με τα πολλά σου τ’ άνθια” Δημοτικό τραγούδι Με την αγκινάρα οι παλιές Λευκαδίτισσες έκαναν διάφορες μαγγανείες, για ν΄ ανοίξει η μοίρα τους. Έτσι για να ανοίξει η μοίρα ενός κοριτσιού παίρνει μια αγκινάρα, την βάζει κρυφά πάνω . . . Περισσότερα

ἀγκίστρι (τό)

κατακόρυφα μεγάλα σίδερα μήκους ἑνός περίπου μέτρου καί πλάτους 10 –12 ἑκ., πού ἐτοποθετοῦντο κάθετα πρός τόν τοῖχο, στήν ἐξωτερική πλευρά τοῦ τοίχου μεταξύ τῶν ἀνοιγ­­μά­των καί παραθύρων. Ἀγκίστρωναν καί συγκρα­τοῦ­σαν τά πατωμάτερα τοῦ α΄ ὀρόφου μέ τήν λίθινη ὑποδομή τοῦ ἰσο­γείου. Λέγονταν καί λάμες.

αγκλέορας (ο)

το καλαμοειδές φυτό ελλέβορος. Απ΄τα σπέρματα του, παρασκεύαζαν παλιότερα καθαρτικό. Λέγεται κοινώς γαλατσίδα και σκάρφη. “ο ελλεβόρος λέγεται και σκάρφη” (Από παλιό γιατροσόφι). Στην Λευκάδα λέγεται και υβριστικά πχ. “δεν βγάνεις τον αγκλέορα;” , “έφαγες τον αγκλέορα”. Κατάρα: “να βγάλεις τον αγκλέορα, Παναγιά μου” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

αγκλιδέρα (η)

μακρύ ξύλο σαν λούρος με άγκιστρο στο πίσω χοντρότερο μέρος, φυσικό ή τεχνικό, που με αυτό κατά τον κλάδο τραβούσαν απ΄ της ελιές ή άλλα καρποφόρα δέντρα τα ξερόκλαδα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκλιδέρα:  /ἡ/ (ἀγκύλη) = μακρὰ εὔκαμπτος ράβδος μὲ ἄγκιστρον διακλαδισμοῦ παρὰ τὴν λαβὴν . . . Περισσότερα

αγκλίτσα ή γκλίτσα (η)

ποιμενική ράβδος, με πρόσθετη τεχνητή, (σκαλιστή) λαβή,  κεφαλή την οποία ο βοσκός συχνά χρησιμοποιούσε, αντιστρέφοντας την γκλίτσα, να πιάνει από το πόδι τα ζώα που απομακρύνονταν από το κοπάδι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκλίτσα:  /ἡ/ (ἀγκύλη) = ποιμενικὴ ράβδος μὲ πρόσθετον τεχνικὸν ἄγγιστρον κατὰ τὴν λαβὴν . . . Περισσότερα

αγκομαχητό (το)

άγχος, λαχάνιασμα. “ανέβηκα όλον αυτόν τον ανήφορο και αγκομάχησα, ως που να βγω στην κορυφή”. Ο βαρύς μόχθος προκαλεί, αγκομαχητό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκομαχ(η)τὸ:  /τὸ/ (ὄγκος, ἄγχος- μάχη, μυχὸς) = ἆσθμα, πνευστασμὸς ἀτόμου προσφάτως τρέξαντος ἤ βαρέως μοχθήσαντος, λαχάνιασμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγκομαχώ

ασθμαίνω, λαχανιάζω, αλλά και στενοχωριέμαι υπερβολικά και πάσχω πως θα τα βγάλω πέρα με τόσα βάσανα που έχω. Αγκομαχούν και τα ζώα: “το βόδι μας αγκομαχάει” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκομαχάω:  (ὄγκος, ἄγχος- μάχη, μυχὸς) = πνευστιῶ, ἀσθμαίνω, λαχανιάζω συνεπείᾳ ἐπιμόχθου προσπαθείας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

άγκουρα (η)

η άγκυρα πλοίου, βάρκας κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄγκουρα /ἡ/ (ἄγκυρα, Ἰ. ancora) = ἄγκυρα πλοίου ἤ ἐφολκίου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγκουρέτο (το)

η μικρή άγκυρα που χρησιμοποιείται σε μικρά και ελαφρά πλεούμενα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκο(υ)ρέτο /τὸ/ (ἄγκυρα, Ἰ. ancoretto) = μικρὰ ἄγκυρα λέμβου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγκούσα ή αγγούσα (η)

στενοχώρια, θλίψη. “έχω μεγάλες αγγούσες… μου τρυπάνε την καρδιά”, “μόδωκες μεγάλη αγγούσα με αυτά που ‘πες”, “μ’ αγγούσεψες…”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκοῦσα:  /ἡ/ (ὄγκος, ἄγχος, Ἰ. angoscia) = θλίψις, στενοχωρία, μελαγχολία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Με -γκ-. η συνηθισμένη σε μας σημασία (γιατί . . . Περισσότερα

αγκουσεύω ή αγγουσεύω -ομαι

προκαλώ στεναχώρια και θλίψη σε κάποιον. Θλίβομαι και στενοχωριέμαι. “μην αγγουσεύεις το παιδί” Άγγελος Σικελιανός: Χωριάτικος γάμος”η βοή σα μιας γελάδας, που αγκουσεύει το περίσσιο γάλα” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκ(ου)σεύω – ομαι:  (ὄγκος, ἄγχος, Ἰ. angoscia) = θλίβω, λυπῶ, στενοχωρῶ, θλίβομαι, λυποῦμαι, στενοχωροῦμαι. Tα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα