Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

αφάνα (η)

φυτό θαμνώδες και ακανθώδες, γενικά άγρια ακανθώδη φυτά: “Γέμισε ο τόπος αφάνες”. Άγγ. Σικ. “Πρωτοβρόχι”: ” … ο άρσαμος ή το θυμάρι, η αφάνα ή η αλυγαριά”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφάνα /ἡ/ (ἀφανής, ἀφάνεια) = τὸ φρυγανῶδες φυτὸν ἐχινόπους ὁ ἀκανθόκλαδος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αφανάδος -α -ο

ο ανήσυχος, ο πολύ ταραγμένος: “Μου ΄ρθε αφάνος” = δυσφορία, ανησυχία, μισολυποθυμιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφανάδος -α -ο (Ἰ. affanato) = ἀσθμαίνων, ἀνήσυχος, τεταραγμένος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἀφάνος

Ἀφάνος /ὁ/ (Ἰ. affano) = ἆσθμα, δυσφορία, ταραχή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε: “μούρτε αφάνος”, χλόμιασα, σχεδόν λιποθύμησα. Το ιταλικό affano, κατά τον Mandeson, σημαίνει ανησυχία, αγωνία, άγχος (εδώ παραπέμπει και ο Λάζαρης). Όμως ο Δημητράκος στη λέξη “αφάνιση” ερμηνεύει: η μεγάλη σωματική κατάπτωση, που εύκολα οδηγεί στο . . . Περισσότερα

αφαντασά (η)

φαντασία, αλαζονεία, ψωροπερηφάνεια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφαντασὰ /ἡ/ = φαντασία, οἵησις, ἔπαρσις, ἀλαζονεία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αφαντασμένος -η -ο

ο υπεροπτικός τύπος, ο αλαζόνας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφαντασμένος -η -ο (φαντασία) = ἐπηρμένος, ἀλαζών, ὑπερόπτης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

άφε

άφησε. Φράσεις: “Άφε να ιδούμε πρώτα” = “Άφε που θα βρέξει” – “Άφε που ο Κώστας λείπει από δω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄφες, ἄφς, ἄφσε, ἴδε λ. ἄς. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  βλ. ἄσε 

αφέντης (ο)

ο κύριος, ο αστός, ο φεουδάρχης, ο γιος. “Το περιβόλι αυτό είναι του αφέντη μου” – “και τα σκυλιά του αφέντη μου είναι” “Ο αφέντης ο Χριστός” στα μικρά παιδιά: “Μην κλαις, αφέντη μου” – “έλα αφέντη μου, κάτσε να φας” αστεϊσμός ή ειρωνεία: “Καλώς τον αφέντη” Παροιμία: “Δεν ξέρει . . . Περισσότερα

αφεντιά (η)

η ιδιότητα του αφέντη (κυριότης, εξουσία, ευγένεια, κ.λπ.). Λέμε: “Καληώρα τσ΄ αφεντιά σας”. Η λέξη γενικεύτηκε και στους μεταξύ μας χαιρετισμούς τη χρησιμοποιούμε σαν δείγμα σεβασμού: “Τι κάνεις;” -“Καλά, η αφεντιά σου;”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφεντιὰ /ἡ/ = αὐθεντία, εὐγένεια, κυριότης, ἐξουσία. «καλμέρα τσ’ ἀφεντιᾶς . . . Περισσότερα

αφιόνι

το φυτό μήκων η υπνοφόρος, κοινώς παπαρούνα βλ. και αφιονισμένος Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

αφιονισμένοι, οι

Αφιονισμένοι, οι = οι δεχόμενοι αφιόνι (όπιον, οπός = χυμός φυτών) = οι ναρκωμένοι και μη δυνάμενοι να αντιδράσουν, οι παραζαλισμένοι.

ἀφόντας

Ἀφόντας ἐπίρρ. χρ = ὁπόταν. Τοῦτο δὲ καὶ ὅντα καὶ ὅντας λέγομεν. Π. ἀφόντας ἔρτῃ Κυριακή, Σαββάτο μὴ γυρεύῃς. (Παροιμ. 42.). Σημ. Ἐ τοῦ ἁφ = ὁπ. (Σύλλ. 1.) καὶ μεταθέσει γραμμάτων. Οἱ Μήλιοι λέγουσιν ἀπήτις (Ἐφ. Φιλομ. σ. 2521).

αφόρηγος -η -ο

αχρησιμοποίητος, αμεταχείριστος: “Ρούχα αφόρηγα”, αλλά και κερί αφόρηγο (μέλισσας). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφόρ(η)γος -η -ο (ἀ-φορέω, φορητὸς) = ἀφόρετος, ἀμεταχείριστος, καινουργής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αφόριος

αφόρετος, αχρησιμοποίητος Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

ἀφορμ(ι)σμένος -η -ο

Ἀφορμ(ι)σμένος -η -ο = ὁ ὑπέχων ἀφορμὴν νόσου, φιλάσθενος, ὁ ὑφιστάμενος πρόκλησιν ἢ ἐρεθισμόν. (ἀφορμισμένος -η -ο)

ἀφρηὰ καί ἀφρὴ

Ἀφρηὰ /ἡ/ = ὁ ἀφρός, ἡ ἐκλεκτοτέρα ποιότης πράγματος. Ἀφρὴ – Ἄφρη /ἡ/ (ἀφρὸς) = ὁ ἀφρὸς, ἡ ἐκλεκτοτέρα ποιότης τοῦ εἴδους.

αφρίνα (η)

η κορφή, ο αφρός του αλατιού στις Αλυκές. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφρίνα /ἡ/ (ἀφρὸς) = ὁ ἀφρὸς τοῦ ἅλατος, ἡ ἐκλεκτὴ κατάλευκος ποιότης τοῦ ἅλατος ἡ περισυλλεγομένη ἐκ τῆς ἐπιφανείας τῶν ἁλοπηγείων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αφροξυλιά

το θαμνώδες φυτό ακτέα, ή ακτή. Τα άνθη της αφροξυλιάς είναι ιαματικά για τη φλόγωση των ματιών. και κουφοξυλιά Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφ(ρ)οξ(υ)λιὰ /ἡ/ (ἀφρὸς-ξῦλον) = τὸ θαμνῶδες φυτὸν ἀκταία, κουφοξυλιὰ (τὰ ἄνθη της χρησιμοποιοῦνται εἰς θεραπευτικὰ ἀφεψήματα κατὰ τῶν φλογώσεων τῶν ὀφθαλμῶν). Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

ἀφτάντσα

βλ. και αυτάντζα Ἀφτάντσα /ἡ/ (Ἰ. affitare) = μίσθωσις, πάκτωσις ἀγροτικοῦ κτήματος, συγκομιδὴ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ ἐπὶ μισθώματι ἐλαίου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο Κοντομίχης το γράφει αυτάντζα.  Προτιμητέα η γραφή με -φ- αφού στα ιταλικά, απ΄ όπου προέρχεται είναι affittantza, εκμίσθωση (αγροτικού κτήματος) ή ενοικίαση. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης  . . . Περισσότερα

ἀφτάρω

Ἀφτάρω Ἰ. affitare) = μισθώνω, πακτώνω, δίδω τὴν συγκομιδὴν ἐλαιοκάρπου ἐπὶ μεριδίῳ εἰς ἔλαιον.

άφτρα (η)

καύτρα (στοματίτιδα). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄφτρα /ἡ/ = ἄφθη, ἀφθώδης στοματῖτις. (λέγεται καὶ καῦτρα). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αφύσκος -η -ο

αυτός που κάνει αφύσικα πράγματα, ο αηδής, ο λαίμαργος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφύσ(ι)κος -η -ο (ἀ – φυσικὸς) = ἀσυνήθης, λαίμαργος, ἀσελγής, ἀηδής. (ἀφύσικος) Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αφσκιά και αφσκολόγα. Σε απάντηση στον μακαρίτη Λάκη Μαμαλούκα, υποστηρίξαμε πως δεν είναι η λέξη . . . Περισσότερα

αχ-βαχ

επιφώνημα που φανερώνει καημούς και ντέρτια νέων και παλικαράδων. Το ΄γραφαν πάνω στα μαχαίρια που κατασκεύαζε ο ονομαστός μαχαιροποιός Κατωπόδης, από τον Πόρο, καθώς και οι παλιοί Λευκαδίτες στις σκάλτσες τους.

Click to listen highlighted text!