Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

ἀση(ι)διὰ

Ἀση(ι)διὰ /ἡ/ (ἀσκὸς) = σκεῦος ἀντλήσεως ὕδατος ἀπὸ ἐγχώριον δέρμα.

ἀσηκόνω

Ἀσηκόνω καὶ άσκόνω σηκόνω καὶ σκόνω = ἐπαίρω, ἀνυψῶ, μετεωρίζω. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ σηκόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζ. μόνον τὸ σηκόνω σημειοῖ· ὁ δὲ Βλάχος μόνον τὸ ἀσικόνω (γρ. ἀσηκόνω).

ασίγιστος -η -ο

αυτός που δεν ησυχάζει, που κινείται και εργάζεται πολύ, αυτός που μιλάει πολύ. Τα παιδιά που παίζουν και φωνάζουν αδιαφορώντας για την ησυχία των άλλων. Εξ ου και οι φράσεις: “κάτσε καλά, μωρέ ασίγιστο” – “ασίγιστος νοικοκύρης” – “ασίγιστη δουλεύτρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσίγ(ι)στος -η . . . Περισσότερα

ασίκης -ισσα

ο εύσωμος, ο λεβέντης, ο θελκτικός. Δημ. τραγ. :”Ασίκης, είσαι μάτια μου, κι ασίκικα διαβαίνεις / κι ασίκικα πατάς στη γη, και κουρνιαχτό δεν παίρνεις”.

ασκάλι

εξάρτημα του βοϊδαλετριού. Είναι ένα ξύλινο ή σιδερένιο στεφάνι, μέσα από το οποίο περνά ο κέρος, για να δεθεί με το ζυγό. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

ασκάντσο (επίρρ.)

όταν προστατεύει κανείς κάποιον και τον απαλλάσσει από ταλαιπωρίες. Τότε λέμε τη φράση: “Την πήρε ασκάντσο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσκάντσο /ἐπίρ./ (Ἰ. scansare, a scanso) = προστατευτικὴ συνοδεία, ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ταλαιπωρίας. «τὸν πῆρ’ ἀσκάντσο». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασκί (το)

κατεργασμένο δέρμα τράγου, ολόσωμο, ατόφιο, για τη μεταφορά κρασιού, λαδιού, νερού κ.λπ. δερμάτινοι σάκοι αδιάβροχοι για τη μεταφορά πατημένων σε λίνους, σταφυλιών.

ασκιδιά (η)

δερμάτινος κουβάς για την εξαγωγή νερού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης αποτελούνταν από το μπροστινό μέρος του δέρματος (μόνο γιδίσιο) που αφού έδεναν το λαιμό με σπάρτο ή σχοινί, το επάνω μέρος το γύριζαν προς τα έξω ράβοντας το και περνούσαν ένα ξύλο  και από το ξύλο ένα . . . Περισσότερα

άσμα (το)

άσθμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἆσμα /τὸ/ (ἀάζω, ἆσθμα) = δύσπνοια παθολογική, ᾆσθμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασπέρδικο

πιθανόν πρόκειται για το φυτό ασπερδούκλα ή σπερδούκλι Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

άσπρα

ασημένια Βυζαντινά ή Τούρκικα νομίσματα (50 άσπρα = 1 δουκάτο) Γλωσσάριο Ελένης Γράψα ποικιλία σύκων Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

ασπραγκαθιά (η)

το ιαματικό φυτό ασπάλαθος ο λαχναίος. Σε χργρ. γιατροσόφι του τόπου μας διαβάζομε: “Εις σπάσιμον, έπαρε τον σπόρον του ασπραγκαθίου και τρίψε τον και ένωσον αυτόν με μέλι απαφρισμένον και ας τρώγει ο ασθενής, ήγουν ο σπασμένος (=αυτός που έχει σπασμένη κήλη ή όρχεις, άλλως κατεβασμένο) ημέρας 40 ταχύ και . . . Περισσότερα

Ασπρογερακιώτης (ο)

ο κάτοικος του χωριού Ασπρογερακάτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσπρογερακιώτ(ης) -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἀσπρογερακᾶτα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασπροκούκια (τα)

ποικιλία κουκιών, πλατειά σε χρώμα υπόλευκο μέχρι καφέ. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

ασπρόπρασα (η) και ἀσπροπρασιά

αγριόχορτο, που φυτρώνει σε αυλές και ξέρες, αλλά δεν το τρώνε τα ζώα, το μυρίζουν και φεύγουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσπροπρασὰ /ἡ/ (ἄσπορος-πράσιον) = τὸ χειλανθὲς φυτὸν πράσιον, φασόχορτον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀσπροπρασιά = ξερόβιο φυτό μεταξύ χόρτου καί θάμνου πού φυτρώνει κοντά . . . Περισσότερα

αστάλωτος -η -ο

ο μη σταλωμένος, το φυτό ή  καρπός του φυτού που δεν έχει ακόμα σκληρύνει είναι τρυφερός. “Το σιτάρι είναι αστάλωτο ακόμα, αγένωτο”. Μτφ.: “Το παιδί δεν στάλωσε ακόμα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστάλωτος -η -ο (ἀ-σταλίς, στελεχῶ) = μήπω σκληρυνθείς, τρυφερὸς (λέγεται ἐπὶ καρπῶν καὶ λαχανικῶν). . . . Περισσότερα

ασταχυά (η)

διακοσμητικό πλέγμα από καλαμιές σιταριού μαζί με τα στάχυα τους. Το σχήμα τους είναι συνήθως τριγωνικό ή, περίπου, τραπεζίου. Τις ασταχυές τις κρεμούν στους τοίχους.

ἀστενομία

Ἀστενομία /ἡ/ = ἀστυνομικὴ δύναμις, χωροφυλακή, ἀστυνομικὸν κατάστημα. «τὸν ἔπιασ’ ἡ ἀστενομία», «τὸν πήγανε στν ἀστενομία».

ἀστενόμος

Ἀστενόμος /ὁ/ = ἀστυνόμος, διοικητὴς ἀστυνομικῆς δυνάμεως, ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς.

αστοχάω και ξαστοχάω

λησμονώ, ξεχνώ, αποτυγχάνω: “Το ξαστόχησα”. “Αστόχησα να σου φέρω το βιβλίο σου”. “Μην αστοχήσεις να πας”. Στα φυτά: “Κέντρωσα τόσες αχλαδιές και καμιά δεν αστόχησε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστοχάω (ἀστοχέω) = λησμονῶ, ξεχνῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αστράφτω

εκτός από την κοινή σημασία του ρήματος, σημαίνει τοπικά και χαστουκίζω. “Θα σ΄ αστράψω κανένα χαστούκι για να μάθεις” – “Του άστραψε έναν τάμφαρο …” – “Θα σου δώσω μια ν΄ αστράψει η άλλη σου η πάντα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστράφτω = ἐκπέμπω ἀστραπάς, λάμπω, . . . Περισσότερα

αστραψά (η)

η αστραπή. Άγγ. Σικ. Αλαφρ.: “και βυθίστηκα ξάφνου σε τρίσβαθες /αστραψές και σε μύρια σκοτάδια”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστραψὰ /ἡ/ = ἀστραπή, αἰφνιδία λάμψις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!