Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

αρίδα (η)

τρυπάνι διαφόρων μεγεθών. Παροιμία: “Βρήκε η αρίδα το ρόζο”. μτφ. το πόδι του ανθρώπου: “Μάζεψε τις αρίδες σου” – “τέντωσα την αρίδα μου”. Σε χργρ. του 1728 βρίσκομε: “και μια αρίδα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀρίδα: τρυπάνι, ( AΡX. = ἀρίς). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – . . . Περισσότερα

αριόσητα (η)

είδος σήτας για κοσκίνισμα. Από την αριόσητα περνούσε περισσότερο πίτουρο, άρα φκιάνουν περισσότερο ψωμί. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

αριστολόχη

βοτάνι βασιλικό που ιατρεύει τους πόνους του πλευρού και της κοιλίας Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

αριτολόχη (η)

η πικρόριζα, “ήγουν βασιλικόν βοτάνι” – “Να πιή ένα δράμι με το κρασί, είναι εντανίον εις το φαρμάκι, … όταν μπήγει κανένας αγκάθι να το τρίψει, να το βάνει επάνω και εβγαίνει” , από γιατροσόφι (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 152).

αρκάτος -η -ο και ἀρικᾶτος -η -ο

ο ελεύθερος, ο απαλλαγμένος οικογενειακών βαρών, αυτός που κάνει ο,τι θέλει. Επίσης όποιος ταξιδεύει χωρίς πολλές αποσκευές. η νέα ή ο νέος που παρεκκλίνει από τς ηθικές συνήθειες του τόπου του. “Αυτή είναι αρκάτη”, δηλ. ελεύθερη, ντόρκα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρκᾶτος -η -ο καί  Ἀρ(ι)κᾶτος -η . . . Περισσότερα

άρκευθος (ο)

το ιαματικό φυτό άρκευθος ή κάκομος, κοινώς αγριοκυπαρίσσι. (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 86).

άρκουλα (η)

εξάρτημα του νερόμυλου. Είναι ένα μικρό ξύλινο κουτί που έχει στην άκρη του ένα ξυλάκι (= παρδάρι ή βερδάρι, που ενοχλούσε πολλούς με το ρυθμικό του χτύπημα), που καθώς περισσεύει προς τα κάτω, χτυπούσε πάνω στο κινούμενο λιθάρι και παλλόταν ρυθμικά. Λέγεται και καρίκι. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της . . . Περισσότερα

αρλούμπες

Ανόητες κουβέντες (σαχλαμάρες). Πιθανολογείται από το ιταλικό burla, απ΄ όπου αμπούρλα και στη συνέχεια με αναγραμματισμό (συνηθισμένο στη γλώσσα) αρλούμπες, άλλως σαχλαμάρες.

αρμαδούρα (η)

ναυτ. όρος της τράτας = εξοπλισμός, σκαρμαφωλιά. “Το νήμα που ενώνει το καλαμέντο (=με το σκοινί της τράτας που έχει μολύβια) με το κιάρο (= το πρώτο αραιό δίχτυ της τράτας) στην τράτα (Λάζαρης). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρμαδούρα: /ἡ/ (Ἰ. armatura) = ἐξόπλισις, θύρωμα, σκαλμοδόχη, . . . Περισσότερα

αρμάθα (η)

άθροισμα αντικειμένων ομοίων διαπερασμένων με κλωστή, αλυσίδα, βούρλο κ.λπ. “Μια αρμαθιά ή αρμαθιά, κλειδιά” – “Μια αρμαθιά σύκα”, αλλιώς τσεπέλα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμάθα: /ἡ/ (ὁρμαθὸς) = ἄθροισμα πραγμάτων διαπερασμένων διὰ νήματος, βούρλου κ.τ.τ. (σῦκα, φύλλα καπνοῦ, κλειδιὰ κ.λ.π.). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αρμάρι (το)

ντουλάπι διαφόρων τύπων, μεγεθών και χρήσεων. Κυρίως όμως για τα κουζινικά τρόφιμα και σκεύη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμάρι /τὸ/: ἐρμάριον, ντουλάπι σκευῶν ἢ τροφίμων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἁρμάρι (τό): ἑρμάριον, ντουλάπι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Ἀρμάρι = ἐρμάρι, ντουλάπι σκευῶν . . . Περισσότερα

αρμαρόνι (το)

το μεγάλο αρμάρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμαρόνι /τὸ/ = μεγάλο ἑρμάριον, ντουλάπα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἁρμαρόνι (τό): μεγάλο ντουλάπι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

αρμενάλι (το)

“η της οικίας ανωτάτη και μικρή οροφή” (Ιωάννης Σταματέλος, Σύλλαβος). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀρμενάλι (τό): σοφίτα, ὑπερῶον. Ἡ λέξη προέρχεται, ὅπως φαίνεται, ἀπό τήν λέξη ἄρμενα (ΑΡΧ), ἱστία καί ἀκόμη τό σύν­ολο τῶν ἀναγκαίων πραγμάτων γιά τόν πλοῦν τῶν πλοίων. Ἐπίσης ἀρμενίζω = πλέω μέ . . . Περισσότερα

αρμενοβόλι

ιαματικό φυτό Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

αρμίδι (το)

η κλωστή, το νήμα γενικά, πλαστικό σήμερα, που βάνουν στις πετονιές για ψάρεμα με αγκίστρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμίδι /τὸ/ (ὅρμος, ὁρμίδιον) = ἁλιευτικὸν νῆμα διὰ ψάρευμα μὲ ἀγκίστρι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αρμυράδα (η)

η γεύση του αλμυρού. αραιωμένο γάλα με πολύ αλάτι, το ποίο βάνουν στα δοχεία με τυρί, κοινώς σαλαμούρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμυράδα = ἀπόγαλο μέ πολύ ἁλάτι μέσα στό ὁποῖο διατηρεῖται τό τυρί. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αρμυρήθρα (η)

ποώδες μικρό φυτό με φύλλα πλούσια και σαρκώδη, που φύεται στα ρηχότερα παραθαλάσσια μέρη. Οι αρμυρήθρες τρώγονται και βραστές ως λαχανικό και είναι νοστιμότατο εδώδιμο. Στη Λευκάδα υπάρχουν άφθονες στην περιοχή των αλυκών και του ιχθυοτροφείου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμυρήθρα /ἡ/ (ἅλμη -ηρός) = τὸ . . . Περισσότερα

αρμυρίκι (το)

είδος φυτού που φύεται στα υφάλμηρα παραθαλάσσια και ελώδη μέρη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμυρίκι:  /τὸ/ = ἡ μυρίκη, θαμνῶδες φυτὸν τῶν ἁλιπέδων καὶ ὅρμων (συγκεντροῦν κρυσταλλίδια ἅλατος εἰς τὰ φύλλα του). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αρνιακάδα (η)

το δέρμα του αρνιού, Το δέρμα του προβάτου λέγεται προβιά, της γίδας γιδιά, του βοδιού βοϊδιά, των άλλων ζώων τομάρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρνιακάδα (ἀρνακίς), δέρμα ἀρνίου. Τὸ τοῦ προβάτου (προβηά), τῆς αἰγὸς (γιδιά). Τοῦ βοὸς (πετζὶ καὶ βοϊδοπέτζι), τῶν λοιπῶν ζῴων (τομάρι). Γλωσσάριον – Γ.Χ. . . . Περισσότερα

αρνιακό (το)

το δέρμα του αρνιού – δέρματα αρνιακά, αλλιώς αρνοτόμαρα, ή αρνικάδες Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρνιακὸ: /τὸ/ = τὸ δέρμα τοῦ ἀμνοῦ, τὸ τομάρι τοῦ ἀρνιοῦ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αρνίθι (το)

το ορνίθι, ο πετεινός, κοινώς κόκορας-κοκοτός. Ο κόκορας ήταν το ρολόι των παλαιοτέρων. Συχνά με το λάλημα του πετεινού τα χαράματα ξεκινούσαν για τις δουλειές τους. Λάλησε ο πετεινός μέρα μεσημέρι; = αλλαγή καιρού ή προμήνυα σεισμού. Κόκορα σφάζουν στα θεμέλια νεοαναγειρόμενου σπιτιού. Με το πρωινό λάλημα του πετεινού φεύγουν . . . Περισσότερα

αρνομούνουχο (το)

το ευνουχισμένο αρσενικό πρόβατο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρνομούν(ου)χο: /τὸ/ (ἀμνὸς-εὐνουχίζω) = ἄρρεν πρόβατον εὐνουχισμένον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀρνομούνουχο = κριάρι εὐνουχισμένο ἀπό ἀρνί, πού τό κρέας του θεωρεῖται ἐξαιρετικό. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αρνοπόκι (το)

το ποκάρι, όλο το μαλλί του κουρεμένου ζώου (προβάτου) που το κάνουν σε σχήμα κουβαριού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρνοπόκι /τὸ/ (ἀμνὸς-πόκος) = σφαίρωμα ἐρίου ἀπὸ κουρὰν ἀρνίου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!