Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μπαγάγιο (το)

χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό, μπαγάγια = τα πράγματα κάποιου, τα σκεύη και ρουχικά του σπιτιού. “Επήρε τα μπαγάκια του κι έφυγε” – “Ετοίμασε τα μπαγάκια σου και δρόμο”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μπαγάγιο /τὸ/ (Ἰ. bagaglio) = ἀποσκευή, οἰκοσκευή, φόρτος, ὄγκος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *