Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβοηθάω

βοηθώ με περιορισμένη σημασία, λέγεται κυρίως όταν βοηθάμε κάποιον να φορτωθεί ένα βάρος ή να φορτώσει το ζώο του.
“Αβόηθησέ με να βάλω την βαρέλα στο κεφάλι μου…”, “Αβόηθησέ με να φορτωθώ το δεμάτι με τα ξύλα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀβοηθάω:  (ἀ-βοηθῶ) = βοηθῶ τινὰ εἰς ἐργασίαν καὶ ἰδίᾳ ν’ ἀναλάβῃ βάρος ἤ νὰ φορτώσῃ ὑποζύγιον.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *