Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβγότσοφλο (το)

το τσόφλι του αβγού, που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για ιαματικούς σκοπούς από τους λαϊκογιατρούς. “Καύσε αβγότσουφλα, βάλε τα εις ξίδιν αψύ να γέννουν σκόνη και από αυτή φύσα με μασούρι εις ρουθούνια όπου τρέχει αίμα και ιάται” (Λ.Ι.Λ., σ. 79, 43)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *