Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβγάτισμα (το)

η αύξηση, η προσθήκη. Το λέμε σε πλείστες περιπτώσεις π.χ.  το αβγάτισμα της περιουσίας, του μισθού, του φαγητού, των μάλλινων κλωστών κ.λ.π.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ετυμολογική σημείωση:
από το ρ. αβγατίζω, βλ.λ.

(Π.Γ. Κριμπάς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *