Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβαρεσιά (η)

η έλλειψη βαρεμάρας, το να είναι κανείς δραστήριος και φιλόπονος.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ετυμολογική σημείωση:
από το στερητικό α– και το ουσ. βαρεσιά < βαριέμαι (< βαρύς) + παραγωγικό επίθημα –σιά

(Π.Γ. Κριμπάς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *