Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αθέρας (ο)

  1. η κοφτερή άκρη του ξυραφιού, μαχαιριού, σπαθιού, κ.λπ.
    “έδωκες μιαν αχτίδα σου (ο Πλάστης) αθέρα στο σπαθί μου” (ΒΑΛ. Αθ. Διάκος άσμα Γ΄στ.36).
  2. μτφ. = το εκλεχτότερο μέρος κάποιου πράγματος: “εδιάλεξα τον αθέρα” πχ του καφέ, του κρέατος κ.λπ.
  3. σε πρόσωπα: “εχάθηκε ο αθέρας των νέων του χωριού” ή “η κοπέλα αυτή είναι αθέρας”
    Παροιμία: “Όποιος ψάχνει να βρει αθέρα / παίρνει την κακή του μέρα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

___________________________________________________________________________________________________________________

Ἀθέρας:  /ὁ/ (ὰθὴρ) = ἡ ἄκρη τοῦ ξυραφίου, μαχαιρίου κ.λ.π., πολὺ κοπτερός. (αἰθήρ) = τὸ ἐκλεκτότερον μέρος παντὸς ἐμψύχου ἤ ἀψύχου. «ἐπῆρε τὸν ἀθέρα κι’ ἄφκε τὸ κατακάθι».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


«Ἔδωκες μιὰν ἀχτίδα σου ἀθέρα στό σπαθί μου» (σελ. 151, Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ)

Κυρίως ὁ ἀθὴρ τοῦ στάχυος, καθόλου δὲ τὸ ἀκρότατον, τὸ λεπτότατον, τὸ ἐκλεκτότατον. Ἐπὶ κοπτερῶν ὅπλων τὸ ἀκρότατον  τῆς ἀκμῆς τοῦ ξίφους. Τὰ ἀνώτατα στρώματα τῆς θαλάσσης, ὅθεν καὶ  Ἀθερίνα

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *