η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

ασπρόπρασα (η) και ἀσπροπρασιά

αγριόχορτο, που φυτρώνει σε αυλές και ξέρες, αλλά δεν το τρώνε τα ζώα, το μυρίζουν και φεύγουν.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀσπροπρασὰ /ἡ/ (ἄσπορος-πράσιον) = τὸ χειλανθὲς φυτὸν πράσιον, φασόχορτον.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Ἀσπροπρασιά = ξερόβιο φυτό μεταξύ χόρτου καί θάμνου πού φυτρώνει κοντά στά σπίτια καί δέν τό τρῶνε τά ζῶα, ἀλλά οὔτε καί προσβάλλεται ἀπό κανένα παράσιτο.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *