Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

άρτζενο (το)

  1. χαντάκι, ανάχωμα, μεγάλο αυλάκι. Αναχώματα γερά που χωρίζουν τη θάλασσα από τα τηγάνια (αλοπηγεία) των Αλυκών Λευκάδας.
  2. το μεγάλο χαντάκι των Αλυκών προς την πόλη.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἄρτζενο /τὸ/ (Ἰ. argine) = πρόχωμα, ἀνάχωμα, ἐπίχωμα. (τὸ χωρίζων τὰ ἄκρα τῶν ἁλυκῶν ἀπὸ τὴν θάλασσαν).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!