Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

χλεμπονιάρω

“Είναι χλεμπονιάρω, ο,τι κι αρρωστάει” βλ. χλεμπόνα (η)  χλεμπονιάρης και χλεμπονιασμένος χλεμπονιάζω

χλέπα

Χλέπα /ἡ/ (Ἰ. qleba, Σ. χλὲb-ὰκ) = ἀνώμαλον ὑπόλειμμα ἄρτου, πήλινον δοχεῖον ραγισμένον.

χλημητίζω

Χλημητίζω § λέγεται ἐπὶ τῶν ἵππων, ὅταν ἀναφωνῶσιν. ΚΝ. Σημ. Αὐτὸ τὸ ἀρχαῖον χρεμετίζω (Σύλλ. 7).

χλιαίνω

ζεσταίνω ελαφρά το νερό. Δημ. τραγ.: “Βάλτε να χλιάνει το νερό και φέρτε το σκαφίδι / φέρτε μεσάλι καθαρό και κόκκινο μαντήλι / και φέρτε μεξόσητα κι αλεύρι σιμιγδάλι / για ν΄  αναπιάσομε κι εμείς της νύφης το προζύμι”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλιαίνω (χλίω) = . . . Περισσότερα

χλιατζώνω

Χλιατζώνω (ἠχητ. χυλός, χυτλόῳ) = ἐπαλείφω μὲ βόρβορον ἢ ἄλλην παχύρρευστον ἀκαθαρσίαν.

χλιβερὸς -ὴ -ὸ

Χλιβερὸς -ὴ -ὸ (θλίβω) = θλιβερός, λυπημένος, ἀτυχής, συμπαθής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χλιβερὸς § θλιβερός, δυστυχής. Ἐκ τούτου καὶ ἐπίρρ. χλιβερά. Π. θέλω νὰ κλάψω χλιβερὰ καὶ παραπονεμένα. Σημ. Ἐκ τοῦ θλιβερὸς κατὰ τὰ Δωρ. ὄρνιχα ἀντὶ ὄρνιθα· χρῶνται δὲ τῇ λ. οἱ χωρ. Ὁ Βυζ. π. τὸν . . . Περισσότερα

χλιμάρα (η)

λύπη, πένθος, να λυπάται η ψυχή σου “Μην τα ρωτάς, είναι μια χλιμάρα!”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλ(ι)μάρα /ἡ/ (θλίβω) = θλῖψις, λύπη, πένθος, κατήφεια, δυσθυμία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλιός -ά -ό

χλιαρός, λίγο ζεστός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλιὸς -ὰ -ὸ (χλίω) = χλιαρός, μετρίως θερμός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλίψη (η)

θλίψη Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλίψ(ι) /ἡ/ = θλῖψις, μελαγχολία, λύπη, δυσθυμία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλώρη (η) και χλώρα

ποικιλία επιτραπέζιου σταφυλιού λευκού Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλώρα /ἡ/ (χλωρὸς) = ποικιλία λευκῆς ἐγχωρίου σταφυλῆς μὲ πρασινίζουσαν ἀπόχρωσιν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χλώρα καί φλώρα = λευκό ἐπιτραπέζιο σταφύλι (ποικιλία σταφυλιοῦ). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χνάρι, το

Χνάρι, το: το ίχνιον = σημείον ποδιού, ίχνος = βήμα, εκ του ρ. ιχνεύω, ανιχνεύω.

χνίπα ή σκνίπα (η)

“Είναι σκνίπα στο μεθύσι” – θόλωσε το μυαλό του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χνίπα /ἡ/ = σκνίψ, σκνίπα (κνέφας, γνόφος) = διάνοια συνεσκοτισμένη ἐκ μέθης, κατάστασις βαρείας μέθης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χόβολη (η)

στάχτη ανακατεμένη με αναμμένα κάρβουνα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χόβολ(η) /ἡ/ (χοῦς-βάλλω, χοό-βολη, Ἰ. covile) = ἀνθρακιά, τέφρα μὲ ὑπολείμματα ἀναμμένων ἀνθράκων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χοιροβοσκός (ο)

βότανον κενταύριον το μέγα. Έχει ιαματικές ιδιότητες: “Το κενταύριον λέγεται και κοινά χοιροβοσκός. Η ρίζα του ωφελεί τους σπασμένους. Είναι δια τα κόκαλα τα τζακισμένα. Δια τον παλαιόν βήχα …”.

χολάτο (το)

τρυφερό βλαστάρι, εύρωστη καταπράσινη σπορά. “Χολάτα λάχανα” ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄:”Και τώρα που προβαίνει / σγουρό, χολάτο από τη γη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολᾶτος -η -ο (χολὴ) = βαθυπράσινος, εὔβλαστος (ἐπὶ χόρτων καὶ φυτῶν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χολάτος = εὔρωστος βλαστός, χολάτο σπαράγγι (τρυφερό . . . Περισσότερα

χολιάζω

θυμώνω, οργίζομαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολιά(ζ)ω (χολόω -ῶ) = ὀργίζομαι, θυμώνω, δυσαρεστοῦμαι (παθητικῶς). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χολοσκάω

Στο χωριό συνηθέστατο. Μη χολοσκάς, καημένα μ” Νιώθω μεγάλη στενοχώρια. Ιατρικά: υπερεκχυλίζει η χολή. Το αρχαίο χολάω (από τη χολή) θα πει μαίνομαι, οργίζομαι, “σκάω από το κακό μου” . Παρακάμπτω τους αρχαίους για να αναφερθώ στο Ιωάννου 7, 23 (της Καινής Διαθήκης) “εμοί χολάτε ότι όλον άνθρωπον υγιή εποίησα . . . Περισσότερα

χολοταράζομαι

Χολοταράζομαι § ταράσσομαι, ἐνοχλοῦμαι. Π. ἡσύχασε καὶ μὴ χολοταράζεσαι. Σημ. Ἐκ τοῦ χόλος καὶ ταράσσομαι, περὶ τῆς τροπῆς τῶν σσ εἰς ζ ἰδ. ἀνωτ. ἐν λ. συντάζω. Ὁ Βυζ. παρ. τὴν λ.

χορδή (η)

πλεξίδα από άντερα αρνιών ή κατσικιών, κοινώς γαρδούμπα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χορδὴ /ἡ/ (χόριον) = πλεξίδα ἐντέρων καὶ ἀδένων ἀμνοῦ ἐξ ἐριφίου γάλακτος, πλεξούδα, γαρδούμπα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χοροστασό

Χοροστασό. Πλατεῖα ἔνθα κατὰ τὰς ἐπισήμους ἡμέρας οἱ χωρικοὶ συνερχόμενοι χορεύουσιν ἢ παίζουσιν διάφορα γυμναστικὰ παιγνίδια.

χορταρούσο (το)

τόπος χορταριασμένος, όπου συνήθως παίζουν τα παιδιά: “Έπαιζα στο χορτρούσο του Φρυά”.

Χορτιώτης -σσα

ο κάτοικος του χωριού Χορτάτα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χορτιώτ(η)ς -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Χορτᾶτα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!