Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φούρφουρα

Φούρφουρα, § λεπτὰ ξηρὰ ξύλα χρήσιμα πρὸς ἄναμμα τοῦ πυρός· καλοῦνται καὶ χούρχουρα. Σημ. ἡ λ. φαίνεται πεποιημένη.

φουσάλα

φουσκαλίδα του δέρματος από κάψιμο και άλλες αιτίες Έπεσε καυτό νερό στο χέρι μου και μου σήκωσε φουσάλες”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(ου)σάλα /ἡ/ (φυσάλη) = φλύκταινα, φουσκαλίδα τοῦ δέρματος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φουσάρω

Φ(ου)σάρω (Ἰ. fissare) = ἀφοσιοῦμαι ἐμμόνως, προσηλοῦμαι ἐπιμόνως, ἐκδηλῶ ἔμμονον ἀπασχόλησιν ἐπὶ θέματός τινος.

φουσᾶτο

Φ(ου)σᾶτο /τὸ/ (Λ. fossatum, Ἀλ. φουσάτε -α) = στρατιά, συμπορευόμενον πλῆθος.

φούσκα (η)

ουροδόχος κύστη, φουσκάλα, μπαλόνια από ελαστικό, γιομάτο αέρα. Ουροδόχος κύστη των ζώων, ως παιδικό παιγνίδι. Κατά το σφάξιμο του οβελία για το Πάσχα τα παιδιά έπαιρναν τη φούσκα του ζώου και έπαιζαν “τα μπαλίνια”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φοῦσκα /ἡ/ (φύσκη, Ἰ. vescica) = κύστις, φλύκταινα, . . . Περισσότερα

φουσκλιά ή φρουσκλιά (η)

το φυτό βούζιον, κοινώς φούσκλια. Έχει θεραπευτικές ιδιότητες: “΄Επαρε βουζίου ρίζαν, κοπάνισον αυτήν καλά. Έπειτα βάλε ολίγον νερόν και ολίγον μέλι και πότισον τον ασθενή και ωφελείται κατά πολλά. ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 157/123).

φούσκος (ο)

το χαστούκι , ο μπάτσος, το τριομφίδι κ.ά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φοῦσκος /ὁ/ (Ἰ. fosco) = ράπισμα, χαστοῦκι, κόλαφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φουσκοῦνι

Φ(ου)σκοῦν(ι) /τὸ/ (Ἰ. vasca -one; flusculo;) = ὑγροχαρὴς ποικιλία τοῦ χόρτου μίνθη, ἡδύοσμος ὁ γλήχων, γληφῶνι, βληχοῦνι, φλησκοῦνι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Φουσκούνι = τό φλισκούνι. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

φουσκούνι ή φ΄σκούνι (το)

διπλή δερμάτινη λουρίδα στο πίσω μέρος του σαμαριού με κυκλική απόληξη, μέσα από την οποία περνάει η ουρά του ζώου, για να συγκρατεί το σαμάρι στον κατήφορο. Απαραίτητο λοιπόν, εξάρτημα του σμαριού.

φουσκώνω

Φ(ου)σκώνω (Ἰ. vescica) = πληρῶ κύστιν δι’ ἀέρος, πρήσκω -ομαι, ἐρεθίζω.

φουσούνα

Φουσούνα /ἡ/ = καλάμινος αὐλὸς μὲ στενωτέραν ὀπὴν εἰς τὸν ἔξω κόμβον (ποὺ φυσᾶμε νὰ δυναμώση ἡ φλόγα στὰ ξῦλα).

φουτζάνι (το)

το φλυτζάνι ή φ΄τζάνι. “…και δίνε του από ένα φουτζάνι να πίνει την κάθε γημέρα νηστικός και γιαίνει ” (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 70).

φούφλας, ο

Φούφλας, ο: το επαρκώς φουσκωμένο ψωμί, το κοινώς «γινωμένο» (γιατί έμεινε πολύ σε υψηλή θερμοκρασία).

φοῦχτα

Φοῦχτα /ἡ/ (πύκτη) = δράξ, χεριά, ποσότης χωροῦσα ἐντὸς τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο παλαμῶν ἡνωμένων.

φουχτώνω

Φουχτώνω (πύκτη -ώνω) = δράττομαι, περικλείω εἰς τὴν παλάμην, ἐπιθέτω τὴν παλάμην μὲ διάθεσιν σεξουαλικήν.

φράντζα (η) και φραντζασμένος – φραντσασμένος

αφροδισιακή ασθένεια. Συνταγή θεραπείας ( βιβλίο γιατροσοφιών Θεόφ. Κατωπόδη): ” το χελιδόνιον είναι ένα βασιλικόν βοτάνι … Λέγει ο Διασκουρίδης πως η ρίζα του να την πίνει με το κρασί ή και με ανθόσπορον εκείνος οπού έχει πόνον της φράντζας και υγιαίνει”. Φρατσασμένος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

φραντσέτα (η)

είδος πλέξιμου της μάλλινης χοντρής χειμωνιάτικης μπέρτας. Έχει αραιό και διακοσμητικό πλέξιμο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φραντσέτα /ἡ/ (Ἰ. frangiare) = περίαπτον, πολυτελὲς πλεκτόν, περίραμμα στολισμοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!