Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αποθήκη (η)

παραφθορά της λέξης υποθήκη. – “έβαλε το σπίτι αποθήκη”, αντί υποθήκη.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀποθήκη: /ἡ/ = ἀποθήκη, /ἡ/ = ἀποθήκη, ὑποθήκη (τὤβαλε τὸ χωράφ’ ἀποθήκη»).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *