Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αναφαγιά (η)

αθέλητη αποχή από φαγητό, ανορεξία.
Σε λαϊκό δημ. στιχούργημα διαβάζομε: “Μια γριά στα γερατιά / είχε πόνους κι αρρωστιά / τρέχει κράζει το γιατρό / Να(ν) τση πει το γιατρικό. / Τ΄ έχ΄ς, γριά μ΄ κι αναστενάζεις / κι όλο το γιατρό φωνάζεις; / Έχω αναφαγιά μεγάλη / και σκοτούρα στο κεφάλι. / Σήμερα δεν έφαγα άλλο πάρ΄ ένα μηρί από γάλο, / τη φτερούγα και το π΄το / κι εξ απλάδενες μπουργιέτο. / Κι ο γοατρός ανατρομάζει / και το Κύριε Ελέησον κράζει./ Φέρτε τη κουκιά βρασμένα / μη(ν) πεινάσ΄και φάει εμένα” (περιοδικό ΠΛΑΤΩΝ, τ. Β΄1879, Ιωάννης Σταματέλος).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *