Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αλισίβα (η)

  1. νερό βραστό με στάχτη, δαφνόφυλλα και λεμονόκουπες που το χρησιμοποιούσαν για τις μπουγάδες τους κυρίως.
    Μπουγάδα: μέσα σε μια μεγάλη κόφα, έστρωναν μισοπλυμένα ασπρόρουχα, μπαμπακερά – λινά. Όταν γέμιζε η κόφα, τη σκέπαζαν με ένα χοντροΰφαντο μαγνάδι – κομμάτι από μεγάλο λινό σακί, το λεγόμενο σταχτοπάνι και πάνω σ΄ αυτό έριχναν άφθονο καυτό νερό πλουτισμένο με τα υλικά που αναφέραμε παραπάνω: στάχτη, δαφνόφυλλα και λεμονοστύμμονα (λεμονόκουπες). Η αλυσίβα πότιζε ως κάτω τα ρούχα, τα καθάριζε τελείως και σούρωνε σ΄ ένα καζανόπουλο που είχαν από κάτω. Συχνά όταν έκαναν μπουγάδα στο λαγκάδι αντί για τη συνηθισμένη κόφα, έστηναν λίθινες “κόφες” κι εκεί έβαναν τα ρούχα. με αλυσίβα λούζονταν κιόλας οι γυναίκες και καθάριζαν τα πολύ μακριά και συνήθως αχτένιστα μαλλιά.
  2. αλισίβα λένε και το χλιαρό πόσιμο νερό. “Δεν πίνεται το έρμο, είναι αλισίβα”.

Η μπουγάδα ήταν δύσκολη δουλειά και δεν την έκαναν όλες οι γυναίκες. Δημ. τραγ. : “Κι κουνιάδα δεν αδειάζει κι συννυφάδα μπουγαδιάζει”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀλ(ι)σίβα:  /ἡ/ (Ἰ. lisciva) = τὸ νερὸ τῆς βρασμένης στάκτης.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Αλ(ι)σίβα, η: το καταστάλαγμα βραστού νερού και αλκαλικής κόνεως (στάχτης) για το πλύσιμο των ρούχων, τοποθετημένων σε στοίβες μέσα σε κοφίνι. Το επίρρ. άλις σημαίνει σωρηδόν.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *