Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αλάργα (επίρρ.)

  1. μακριά, σε μακρινή απόσταση. “Είναι αλάργα το χωριό και θ΄ αργήσομε να φτάσομε”.
  2. αραιά, αραιά: “αλάργα, αλάργα το φιλί, να ΄χει νοστιμάδα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀλάργα:  /ἐπίρ./ (Ἰ. allarga. Ἀλ. λjarκ) = μακράν, μακρυά, εἰς ἀπόστασιν.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Μακριά. Είναι επίρρημα (ναυτικό) με δύο σχετικές έννοιες κατά τον Κριαρά. Το καράβι είναι ακόμη μακριά και προσταγή σε κάποιον να κρατηθεί μακριά (από την πλώρη).
Από τις ιταλικές εκφράσεις: al largo και allarga (προστακτική) για το β. Και ο Μπαμπινιώτης alla larga, στο ανοιχτό πέλαγος και μας παραπέμπει (αλλά άλλης προέλευσης) λέξη ανάρια (αραιός).
Και με αφορμή την ιταλική προέλευση της λέξης να θυμηθούμε και το αγγλικό (σύγχρονο όρο για την ένδυση) λαρττζ και έχτρα λάρτζ (μακρύ και πολύ μακρύ).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *