Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αϊτέρνω

Και αϊτάρω, από επίδραση του ιταλικού τύπου ajutare (βοηθώ).

Λέμε: “θα τον πάρω να μ΄ αϊτάρει, να με βοηθήσει, δηλαδή (στις ελιές, τον τρύγο κ.ο.κ.). Προτιμητέος ο τύπος του ενεστώτα αϊτέρνω. Ομόηχο του το αϊτέρι.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *