Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αϊτέρι (το) και ἁϊταίρι

  1. το άλλο μέρος του ζεύγους, δύο ομοίων πραγμάτων, αλλιώτικα και περιφρ. : “Έχασα το κουμπί και δεν βρίσκω ταίρι του”.
  2. Σε ανθρώπους και ζώα: ‘Έχασε ο δυστυχής το αϊτέρι του” (τη γυναίκα του). Λένε πως, αν σκοτώσουν το ταίρι μερικών πουλιών, όπως του τριγωνιού, πεθαίνουν.
    Τραγούδι του γάμου: “Ωραία πουν΄ η νύφη μας κι ωραία τα προικιά της, / ωραίο και το ταίρι της που κάθεται κοντά της. (Δημοτικά τραγούδια της Λευκάδας, σ. 109).
    Για τους πολύ προκομμένου, όμορφους κ.λπ.: “Δεν έχει αϊτέρι”.
    Η λέξη λέγεται και με κακή σημασία: “δεν έχει αϊτέρι στην κακουργία του”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Το ταίρι, από το αρχαίο εταίρος (μεσαιωνικό εταίριον) με σίγηση του -ε-. Η ορθογραφία είναι μάλλον επίδραση του αϊτάρω. Πιο σύμφωνη όμως είναι η ορθογραφία της λέξης με -αι- δηλ. αϊτάρι. Στο χωριό συνήθης η φράση: “Ψάχνω για τ΄ αϊτέρ΄ του”. δηλ. να τα ταιριάσω.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀϊταίρι = ὑπεράξιος, χρησιμοποιεῖται ὅπως δέν ἔχει ἁϊταίρι (δέν ἔχει ἀντάξιο).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι):

“… Σήτα μου καλή μου σήτα κι όμορφή μου κοσκινίστρα
σείσε μας καλά τ΄ αλεύρι, σμίξε μας καλά τ΄ αϊταίρι …”

Μπολίτσα στο χρόνο

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *