Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αϊτάρω

βοηθώ, προσωπικά, σε μια αγροτική, κυρίως εργασία.
Η βοήθεια αυτή λέγεται αϊτάρισμα.
Το αϊτάρισμα = πράξη αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, ήταν συχνά δανεικό. Ποτέ όμως με αμοιβή. “Τον αϊτάρισα πέντε μεροδούλια στ΄ αμπέλια του” – “Πήγα και τον αϊτάρισα στο θέρο,, γιατί μ΄ αϊτάρισε κι αυτός στ΄ αμπέλι”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Ἀϊτάρω:  (Ί. aiutare) = βοηθῶ αὐτοπροσώπως εἰς ἐργασίαν.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αϊτάρω: ( αϊ ή αεί +ταίρι) = βοηθώ τον συνέταιρο, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη του. Αΐ =αιολικά αντί αεί. «Αΐτας, ο, (Δωρ. λέξις) επί φιλουμένου νεανίου (φίλου)». Αΐω (επαΐω): εννοώ, καταννοώ, αντιλαμβάνομαι (Λεξ. Ελλην. Γλώσσης, Liddell- Scott). Στη Λευκάδα το «αϊτάρισμα» είναι η αλληλοβοήθεια χωρίς οικονομικό αντίκρισμα,  κυρίως στις δύσκολες  αγροτικές εργασίες (σημαντικό ότι ισχύει έως τις μέρες μας…)Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα


βλ. αγιουτάρω και  αϊτέρνω

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *