Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αϊτάρισμα

πράξη αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, ήταν συχνά δανεικό. Ποτέ όμως με αμοιβή.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

 Αϊτάρισμα: η αλληλοβοήθεια χωρίς οικονομικό αντίκρισμα,  κυρίως στις δύσκολες  αγροτικές εργασίεςΓλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα


βλ. αιτάρω

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *