Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγριάδα (η)

  1. κτηνοτροφικό χόρτο, βότανο (πανικόν το έρπον ή άγρωστις η έρπουσα).
    Είναι θρεπτική τροφή για τα οικόσιτα ζώα. Έχει και θρεπτικές ιδιότητες. Βρασμένη έχει ζωμό διουρητικό.“Όποιος έχει πέτρα στα νεφρά, να την πίνει χρόνου καιρών” (Η λαϊκή ιατρική στην Λευκάδα, σελ. 68)
  2. άγρια έκφραση του προσώπου.
  3. αγριάδα επιφάνειας υφάσματος, σανίδας, πέτρας κλπ.
  4. αγριάδα ποτών πχ κρασιού
  5. αγριάδα καιρικών συνθηκών. “ο καιρός αγρίεψε, έχει αγριάδα”
  6. η αγριάδα της θάλασσας, της νύχτας, του ποταμού κλπ.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀγριάδα:  /ἡ/ = τὸ χόρτον ἄγρωστις (κτηνοτροφικὸν καὶ διουρητικόν).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *