Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγλείφω -ομαι

  1. αποσπώ με την γλώσσα μου υπολείμματα λιχουδιών, σιροπιών, μελιού κλπ. “τα ποντίκια αγλείφουν τα πάντα”, “να τρως και ν’ αγλείφεις τα δάχτυλα σου”.
  2. η γάτα αγλείφεται από τον νοτιά, θα βρέξει
  3. επί υπόπτου κέρδους σε ανθρώπους με χαλαρή συνείδηση: “κάτι θα αγλείψουμε και εμείς…”, “θα αγλείψεις και εσύ κάνα κόκκαλο”
  4. φράση κοινή: “έρποντας και αγλείφοντας και με τα κέρατα μου…”

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

___________________________________________________________________________________________________________________

Ἀγλείφω:  (ἐκ-λείχω, γλύφω) = ἀποσπῶ ὑπολείμματα καρυκεύματος ἤ σιροπίου διὰ τῆς γλώσσης ἤ τῶν χειλέων.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *