Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγκλέορας (ο)

το καλαμοειδές φυτό ελλέβορος.
Απ΄τα σπέρματα του, παρασκεύαζαν παλιότερα καθαρτικό.
Λέγεται κοινώς γαλατσίδα και σκάρφη. “ο ελλεβόρος λέγεται και σκάρφη” (Από παλιό γιατροσόφι).
Στην Λευκάδα λέγεται και υβριστικά πχ. “δεν βγάνεις τον αγκλέορα;” , “έφαγες τον αγκλέορα”.
Κατάρα: “να βγάλεις τον αγκλέορα, Παναγιά μου”

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀγκλέορας:  /ὁ/ (ἐλλέβορος) = εἶδος τοῦ φυτοῦ εὐφορβίου ἔχον τοξικὰς ἰδιότητας (ἐκ τῶν σπερμάτων του παρεσκευάζετό ποτε καθαρτικόν), ἡ γαλατσίδα. Λέγεται καὶ ὡς ὕβρις: «ἀγκλέορας», «βγάλ’ τὸν ἀγκλέορα».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Ἀγκλέουρας, § φυτὸν δηλητηριῶδες, ὅπερ ἐπιφέρει πνγιμόν· δι᾿ ὃ καὶ καταρώμενοι λέγ. νὰ φᾶς τὸν ἀγκλέουρα ἐπὶ πολυφάγων ἢ νὰ ᾿βλάλῃς τὸν ἀγκλέουρα ἐπὶ φωνασκοῦντων.

Σημ. ἄγνωστος ἡμῖν ἡ παραγωγὴ τῆς λ.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *