Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγκαθός (ο)

κομμάτι καρβελιού, αγκαθωτό και από γωνία.
“φάγε αγκαθό να σ’ αγαπάει η πεθερά σου”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀγκαθὸς:  /ὁ/ (ἀ – κανθός, ἄκανθα) = τεμάχιον ἄρτου «καρβελιοῦ» κοπτόμενον ἐλλειψοειδῶς ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Από την αρχαία λέξη κανθός με παρετυμολογία (λανθασμένη ετυμολογία) της λέξης αγκάθι. Σημαίνει την εξωτερική γωνία (αγκαθωτή) κάποιου αντικειμένου, ακόμα και του ψωμιού. Με τη λέξη κανθός νοούσαν οι αρχαίοι “την προς τον κρόταφον γωνία του οφθαλμού”.
Σε μας η γωνιά του καρβελιού, αγκαθωτή (που σημαίνει πως κόβεται με το χέρι).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀγκαθός = κομένη γωνία ψωμιοῦ μέ περισσότερη κόρα

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *